–Πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς των στατιστικών κρύβεται ένα καθεστώς συστηματικής εργασιακής εκμετάλλευσης
Καθώς τα φώτα της θερινής σεζόν αρχίζουν σιγά σιγά να χαμηλώνουν και οι τελευταίοι επισκέπτες μαζεύουν τις βαλίτσες τους, η χώρα ετοιμάζεται για τον καθιερωμένο απολογισμό.
Τα κυβερνητικά στελέχη θα βγάλουν ξανά τους υπολογιστές, θα αραδιάσουν διαγράμματα και θα πανηγυρίσουν για τα νέα ιστορικά ρεκόρ αφίξεων και εσόδων.
Η «βαριά βιομηχανία της χώρας», όπως μας αρέσει να αποκαλούμε τον τουρισμό, υπόσχεται για άλλη μία χρονιά να κρατήσει την οικονομία όρθια, γεμίζοντας τα κρατικά ταμεία.
Αν, όμως, αποφασίσουμε να κοιτάξουμε, έστω για λίγο, πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα των πολυτελών θερέτρων και της πασίγνωστης ελληνικής φιλοξενίας, θα ανακαλύψουμε μια εντελώς διαφορετική, αμείλικτη πραγματικότητα.
Εκεί, μακριά από τα φλας της δημοσιότητας, ο τουριστικός άθλος δεν στηρίζεται σε κάποιο οικονομικό θαύμα, αλλά στους ώμους χιλιάδων ανθρώπων, οι οποίοι εργάζονται υπό συνθήκες που θυμίζουν σύγχρονη γαλέρα.
Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να αναβάλλεται άλλο ούτε να κουκουλώνεται πίσω από τους θριαμβολογικούς τίτλους των δελτίων ειδήσεων. Η ανάπτυξη που παράγεται χωρίς αξιοπρεπείς όρους εργασίας είναι κενή περιεχομένου και επικίνδυνα εύθραυστη.
Πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς των στατιστικών κρύβεται ένα καθεστώς συστηματικής εργασιακής εκμετάλλευσης που τείνει να γίνει ο κανόνας.
Οι καταγγελίες που επαναλαμβάνονται κάθε καλοκαίρι δεν αποτελούν μεμονωμένες εξαιρέσεις, αλλά τα δομικά χαρακτηριστικά ενός μοντέλου που επιβιώνει πιέζοντας τους ανθρώπους στα όριά τους.
Απλήρωτες υπερωρίες που βαφτίζονται «παραπάνω βοήθεια λόγω φόρτου», ελαστικές σχέσεις εργασίας που αφήνουν τον εργαζόμενο στον αέρα και εξαντλητικά εφταήμερα ωράρια, χωρίς ούτε ένα ρεπό για ολόκληρους μήνες, συνθέτουν την καθημερινότητα στην εστίαση και στα ξενοδοχεία.
Οι άνθρωποι που υποδέχονται τα εκατομμύρια των τουριστών και προσφέρουν το χαμόγελό τους με επαγγελματισμό πληρώνουν το βαρύ τίμημα αυτών των ρεκόρ με την ίδια τους την υγεία, την προσωπική τους ζωή και τη σωματική τους αντοχή. Η στέγαση των εργαζομένων στα νησιά παραμένει ένα άλυτο δράμα, με ανθρώπους να στοιβάζονται σε ανήλιαγα υπόγεια, κοντέινερ ή ακόμα και σε αυτοκίνητα, την ίδια ώρα που οι τουριστικές υποδομές χρεώνουν εκατοντάδες ευρώ τη βραδιά.
Η κυβέρνηση επιλέγει να εθελοτυφλεί, αγνοώντας επιδεικτικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παράγεται αυτός ο αστραφτερός πλούτος. Η έλλειψη ουσιαστικών ελέγχων και η αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών αφήνουν το πεδίο ελεύθερο στην ασυδοσία, ενισχύοντας την αίσθηση της ατιμωρησίας.
Το πλέον ανησυχητικό είναι πως αυτό το μοντέλο έχει ήδη αρχίσει να τρώει τις σάρκες του. Η «κρίση προσωπικού» και οι χιλιάδες κενές θέσεις εργασίας που καταγράφονται κάθε χρόνο στον τουρισμό δεν είναι σύμπτωση, ούτε οφείλονται στην τεμπελιά των νέων, όπως συχνά επιχειρείται να παρουσιαστεί.
Είναι η φυσική αντίδραση μιας ολόκληρης γενιάς, η οποία αρνείται πλέον να εξαργυρώσει τα νιάτα και την αξιοπρέπειά της για μεροκάματα που εξανεμίζονται και συνθήκες εξόντωσης. Όταν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι γυρίζουν την πλάτη σε έναν τομέα που προσφέρει μόνο εξάντληση, το πρόβλημα δεν είναι δικό τους, αλλά του ίδιου του συστήματος.
Αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για το μέλλον της χώρας, πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο τουρισμός δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται με όρους αρπαχτής.
Ένα μοντέλο που βασίζεται στην εξάντληση των εργαζομένων, στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος και στην επιφανειακή ευημερία των αριθμών δεν είναι ούτε βιώσιμο ούτε δίκαιο.
Η πραγματική πρόοδος μιας κοινωνίας δεν μετριέται με το πόσα εκατομμύρια επισκέπτες πάτησαν το πόδι τους στα αεροδρόμια, αλλά με το αν οι άνθρωποι που παράγουν αυτό το προϊόν μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια από τη δουλειά τους. Όσο η Πολιτεία πανηγυρίζει για τη βιτρίνα και προσπερνά τη… γαλέρα, το καλοκαιρινό θαύμα θα παραμένει ένας συλλογικός εφιάλτης για όσους το υπηρετούν.