
Το δύσκολο ξεκίνημα του 2026 στα ελληνοτουρκικά
–Οι αναταράξεις στα «ήρεμα νερά» και οι προκλήσεις στο τραπέζι
Με αρνητικούς οιωνούς ξεκινά το 2026 για τα ελληνοτουρκικά, καθώς, παρά την πολιτική κατευνασμού στην οποία επιμένουν ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών, η Τουρκία δείχνει αποφασισμένη να μην υποχωρήσει στο ελάχιστο από τις διεκδικήσεις της έναντι της Ελλάδας, οδηγώντας σταδιακά σε αδιέξοδο την πολιτική των «ήρεμων νερών».
Δύο χρόνια μετά την υπογραφή της Διακήρυξης των Αθηνών, διαπιστώνεται ότι πρακτικά υπήρξε μια νηνεμία στους αιθέρες του Αιγαίου, η οποία ήταν πολλαπλώς χρήσιμη και για τις δύο πλευρές.
Όμως, από την άλλη, πολιτικά και διπλωματικά, αυτή η ηρεμία βοήθησε κυρίως την Τουρκία να εξωραΐσει την εικόνα της και να απαλλαχθεί από την εικόνα του «ταραξία» στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τόσο στην ΕΕ όσο και στην Ουάσινγκτον. Και αυτή η ωραιοποίηση της εικόνας της Τουρκίας ήρθε σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή, καθώς στην Ευρώπη ξεκινά το μεγάλο πρόγραμμα για τον επανεξοπλισμό της ΕΕ και τη δημιουργία νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην περιοχή, όπου πλέον καθαρά η Τουρκία διεκδικεί μερίδιο από τα ευρωπαϊκά κονδύλια των δισεκατομμυρίων που θα διατεθούν στην Άμυνα, χωρίς να έχει κανένα πλέον διπλωματικό εμπόδιο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η αντίδραση της Τουρκίας επιβεβαιώνει την ορθότητα της προσέγγισης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ
Η προσπάθεια μπλοκαρίσματος συμμετοχής στο «SAFE» λόγω του casus belli είχε ενοχλήσει μεν τον Ταγίπ Ερντογάν, όμως είχε μείνει ορθάνοιχτο το παράθυρο χρηματοδότησης των μεγάλων τουρκικών αμυντικών βιομηχανιών μέσω των κοινοπραξιών που έχουν εγκαίρως συναφθεί με πρόθυμες ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες.
Η Τουρκία, τις τελευταίες εβδομάδες, απέδειξε πόσο εύθραυστη και χωρίς βάθος ήταν αυτή η περίφημη πολιτική των «ήρεμων νερών». Αρκούσε η ενοχλητική για την Τουρκία σύγκληση της Τριμερούς Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ για να ξαναστείλει απόλυτα τα αεροπλάνα της, μετά από έναν χρόνο, να παραβιάσουν τον ελληνικό εναέριο χώρο. Αποδεικνύεται αυτό που επανειλημμένα επισημαίνουμε: Ότι η αποφυγή παραβιάσεων του εναέριου χώρου δεν είναι παρά μια ανώδυνη για την Τουρκία επιλογή, την οποία μπορεί να επαναλάβει ανά πάσα στιγμή.
Είναι ενδιαφέρον, μάλιστα, το ότι η Τουρκία επέλεξε να υπενθυμίσει πως η επιστροφή στην ένταση είναι απλή υπόθεση, ενώ η ελληνική πλευρά είχε εκτεθεί δημοσίως με δηλώσεις τόσο του Κυριάκου Μητσοτάκη όσο και –εκτενέστερες και πιο ένθερμες– του Γ. Γεραπετρίτη, που είχαν ανακοινώσει ότι αρχές του 2026 θα γίνει το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, το οποίο αναβάλλεται διαρκώς τον τελευταίο χρόνο, καθώς και, στο πλαίσιο αυτού, η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν.
Με το να έχουν ανοίξει ξανά όλα τα μέτωπα και την Τουρκία να δείχνει ότι ανά πάσα στιγμή ανοίγει τη βαλβίδα της έντασης, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλέψει κανείς σε τι κλίμα θα γίνει η προετοιμασία για τη σύγκληση του ΑΣΣ. Φυσικά, όλο αυτό το διάστημα θα παραμένει η Αθήνα, η οποία έχει ανακοινώσει χρονοδιάγραμμα για τη σύγκλησή του, όμηρος της απειλής της Άγκυρας να δημιουργήσει εντάσεις, ώστε να βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση η ελληνική πλευρά.
Η δήλωση του εκπροσώπου του τουρκικού υπουργείου Άμυνας σχετικά με τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου ήταν αποκαλυπτική, καθώς η Άγκυρα επέμεινε στη γνωστή της θεωρία ότι δεν υπάρχουν παραβιάσεις, καθώς τα τουρκικά μαχητικά θεωρούν ότι πετούν σε διεθνή εναέριο χώρο στο Αιγαίο, μη αναγνωρίζοντας την περιοχή μεταξύ 6 ν.μ. και 10 ν.μ. ως ελληνικό εναέριο χώρο. Και αυτό είναι ένα μήνυμα ότι οι πτήσεις των τουρκικών μαχητικών σε αυτήν την περιοχή, την οποία δεν αναγνωρίζει ως ελληνικό εναέριο χώρο, δεν συνιστούν παραβίαση των «ήρεμων νερών».
Είναι ο ίδιος τρόπος με τον οποίο η Τουρκία αμφισβήτησε ευθέως και επί του πεδίου τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην Κάσο, δηλώνοντας ότι δεν αναγνωρίζει την περιοχή της ελληνικής ΑΟΖ που ορίστηκε με τη συμφωνία οριοθέτησης Ελλάδας – Αιγύπτου και, αντιθέτως, τη θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα και, συνεπώς, οποιαδήποτε δραστηριότητα της Ελλάδας στην περιοχή αποτελεί παραβίαση των τουρκικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τα οποία η Τουρκία είναι αποφασισμένη να προστατεύσει ακόμη και με τη χρήση στρατιωτικών μέσων.
Με όλη αυτήν τη στρεψοδικία, η Άγκυρα έχει κατορθώσει να επιβάλει το δικό της πλαίσιο, όπου πλέον ως πρόκληση θα θεωρούνται όχι οι παραβιάσεις των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων αλλά η αντίδραση σε αυτές, που διαταράσσουν το κλίμα και το πνεύμα και το γράμμα της Διακήρυξης των Αθηνών. Η Τουρκία έτσι επιβάλλει ακόμη και τη δική της αντίληψη τόσο για τις θαλάσσιες ζώνες όσο και για τον εναέριο χώρο.
Η Ελλάδα και η Κύπρος έλαβαν ισχυρή στήριξη από το Ισραήλ στα θέματα της Ανατολικής Μεσογείου και είναι σημαντικό ότι ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει συμπεριλάβει και τα κοινά σχέδια των τριών χωρών, όπως ο GSI, στο συνολικό πακέτο που συζητά με τον Ντόναλντ Τραμπ για τη μεταπολεμική εποχή και στο πλαίσιο των μεγάλων σχεδίων για τη διασύνδεση με την Ινδία.
Η Ελλάδα έτσι αποκτά ένα ισχυρό διπλωματικό εργαλείο έναντι της Άγκυρας. Και όπως η ίδια η κυβέρνηση ανέφερε επανειλημμένα, αποτελεί διπλωματικό όπλο και η επιλογή της χώρας μας για τη μεταφορά του αμερικανικού LNG προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Όμως, αυτά τα «όπλα» δεν αρκεί να υπάρχουν και να καταγράφονται απλώς στις δημόσιες συνεντεύξεις του πρωθυπουργού και των υπουργών, αλλά πρέπει να αποκτήσουν και πραγματικό περιεχόμενο, ώστε η Ελλάδα να μπορεί να προχωρήσει στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χωρίς απειλές, περιορισμούς και κηδεμονίες.
Το επόμενο εξάμηνο είναι δύσκολο και για το Κυπριακό. Με την Κύπρο να έχει την Προεδρία της ΕΕ, εκ των πραγμάτων θα προκύψουν συνεχείς τριβές και αντιπαραθέσεις, καθώς τα ευρωτουρκικά θα παγώσουν, λόγω της μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία. Παράλληλα, αναμένεται να εκδηλωθεί και πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για επανέναρξη των συνομιλιών, όπου και εκεί θα διαπιστωθεί το σκληρό αδιέξοδο, παρά τις προσδοκίες που δημιούργησε σε ορισμένους η εκλογή Ερχιουρμάν στα Κατεχόμενα.
Η μάχη της Τουρκίας θα είναι να κατοχυρώσει την αναβάθμιση του ψευδοκράτους την επόμενη ημέρα μιας αποτυχίας στη διαδικασία, μιας αποτυχίας που είναι ουσιαστικά προδιαγεγραμμένη λόγω των τουρκικών θέσεων.
Επίσης, το πρώτο τρίμηνο του 2026 είναι εξαιρετικά κρίσιμο και για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Κρήτης. Εάν δεν πραγματοποιηθεί άμεσα νέα μελέτη βιωσιμότητας, ώστε να ξεκινήσουν εκ νέου οι έρευνες στην περιοχή, τις οποίες διέκοψε πριν από ενάμιση χρόνο η Τουρκία, τότε το έργο αυτό κινδυνεύει να έχει την τύχη του EastMed, επιφέροντας ένα σοβαρότατο πλήγμα στην αξιοπιστία της χώρας μας.
Όσο η Αθήνα δεν ασκεί τα κυριαρχικά δικαιώματά της τόσο κινδυνεύει με παγίωση μιας κατάστασης η οποία είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς μετατρέπει την Ελλάδα σε χώρα περιορισμένης κυριαρχίας. Και τώρα, πλέον, ακόμη κι αν πραγματοποιηθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, θα υπάρχει ο κίνδυνος η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, αντί να στείλει κατευναστικά μηνύματα, να εξελιχθεί σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων και προβολής των τουρκικών διεκδικήσεων εις βάρος της χώρας μας, εγκλωβίζοντας εκ νέου τα «ήρεμα νερά» και επιβεβαιώνοντας το χάσμα που χωρίζει τις δύο χώρες, καθώς και τη διπλωματική μυωπία όσων διαβλέπουν πολιτική βούληση για επίλυση των διαφορών.
Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να κινηθεί και να ισορροπήσει σε ένα εξαιρετικά δύσκολο διεθνές περιβάλλον, όπου η Τουρκία διεκδικεί ισχυρό περιφερειακό ρόλο και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει στείλει το μήνυμα ότι επιθυμεί ηρεμία, προκειμένου να ασχοληθεί με το μείζον ζήτημα που τον απασχολεί: την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Με ένα ακόμη αρνητικό δεδομένο, την εκτίμηση που τρέφει για τον «φίλο» του, Ταγίπ Ερντογάν…