Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η αναβάθμιση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και τα ελληνοτουρκικά

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η αναβάθμιση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και τα ελληνοτουρκικά


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Tο 1979, όταν έγινε η ανατροπή του Σάχη, η Τουρκία αναβαθμίσθηκε γεωπολιτικά για τη Δύση γιατί έμεινε η μόνη φιλο-Δυτική Μουσουλμανική χώρα στα σύνορα με την τότε Σοβιετική Ένωση. Έμεινε επίσης η μόνη, υποτίθεται, Μουσουλμανική χώρα-υπόδειγμα ενός ήπιου Ισλάμ, απέναντι στον ανερχόμενο ακραίο, ριζοσπαστικό Ισλαμισμό που πυροδότησε η επανάσταση Χομεϊνί στο Ιράν.

Η ιδέα μιας Μουσουλμανικής χώρας που θα λειτουργούσε ως υπόδειγμα ενός φιλο-Δυτικού, ήπιου και αναπτυξιακού Ισλάμ στον Μουσουλμανικό κόσμο οδήγησε αργότερα στην Αμερικανική επένδυση στο πρόσωπο του Ερντογάν, ο οποίος θα εξέφραζε αυτό το μοντέλο. Η συνέχεια είναι γνωστή. Η αποτυχία των ΗΠΑ να σύρουν το Ιράν σε συνθηκολόγηση, όπως ήλπιζαν, οδήγησε σε μια εναλλακτική πολιτική περιφερειακών ισορροπιών. Η Τουρκία παρουσιάσθηκε ως αντίβαρο του Ιράν στην περιοχή. «Πούλησε» επίσης στον Αμερικανό Πρόεδρο τη μη σύμπλευση με το Ιράν, ως αυτή να ήταν δυνατή και επωφελής για την Άγκυρα, εφόσον θα την εξέθετε σε αντίποινα. Στην πραγματικότητα, η Άγκυρα έζησε με μεγάλη αγωνία τις πρώτες μέρες του πολέμου, όταν εξεταζόταν σοβαρά η αξιοποίηση των Κούρδων του Ιράν για το άνοιγμα ρωγμής στο καθεστώς και την επέμβαση χερσαίων δυνάμεων. Η Άγκυρα άσκησε τότε πολύ ισχυρές πιέσεις στις ΗΠΑ να μην εμπλέξουν στον πόλεμο τον Κουρδικό παράγοντα, γνωρίζοντας ότι αυτό θα εξελισσόταν σε ντόμινο που θα ενέπλεκε και την Τουρκία.

Οι ΗΠΑ αναδιπλώθηκαν και εγκατέλειψαν το σχέδιο για την ενεργοποίηση των Κούρδων του Ιράν, όχι μόνο γιατί πείσθηκαν από τις Τουρκικές πιέσεις, αλλά γιατί υπελόγισαν ότι οι Κουρδικές δυνάμεις είχαν περιορισμένες δυνατότητες και ότι θα χρειαζόταν να γίνει παραλλήλως μεγάλη Αμερικανική χερσαία επέμβαση, η οποία δεν ήταν επιθυμητή.

Η Τουρκία, διαβάζοντας τις νέες γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή και προσπαθώντας να επωφεληθεί όσο το δυνατόν, σήκωσε πάλι ψηλά τον μανδύα του ΝΑΤΟ και άρχισε να επαναλαμβάνει την παλιά κασέτα της μεγάλης σημασίας της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Εργαλειοποίησε μεθοδικά για τον σκοπό αυτό τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα. Η επαναβεβαίωση της Νατοϊκής ταυτότητας έχει σήμερα για την Άγκυρα πολύ συγκεκριμένους στόχους: Απομακρύνει τον κίνδυνο μιας πρόωρης συγκρούσεως με τη Δύση, που θα της στερούσε πολύτιμη οικονομική και τεχνολογική συνεργασία, την οποία έχει απόλυτη ανάγκη. Την αναδεικνύει γεωπολιτικό αντίβαρο του Ιράν, με ό,τι αυτό σημαίνει στρατηγικά και διπλωματικά. Θέτει το ΝΑΤΟ μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, με το οποίο οι σχέσεις οξύνονται επικίνδυνα. Με τον ίδιο τρόπο, θέτει τη Συρία και την Τουρκική παρουσία εκεί ως εξυπηρετούσα τα Νατοϊκά συμφέροντα, προβλέποντας ότι η Συρία θα γίνει γρήγορα πεδίο σκληρής αντιπαραθέσεως με το Ισραήλ. Μεθοδεύει τη παρεμβολή του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στα Ελληνοτουρκικά, προβάλλοντας τις γνωστές θέσεις για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και τα περί «συνδιαχειρίσεως» και «συνεκμεταλλεύσεως» στο Αιγαίο και εργαλειοποιώντας τη δομή του ΝΑΤΟ με τα προτεινόμενα νέα Στρατηγεία.

Επιδιώκει, τέλος, να μπει από την πίσω πόρτα του ΝΑΤΟ στην Κοινή Ευρωπαϊκή Άμυνα, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι 23 από τα 27 μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως είναι μέλη του ΝΑΤΟ, όπως, επίσης, το γεγονός ότι πολλές Ευρωπαϊκές χώρες στηρίζουν αναφανδόν τη συμπερίληψη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Κοινή Άμυνα, λόγω της γνωστής αντιπαλότητας με τη Ρωσία. Εν τω μεταξύ, ο πόλεμος με το Ιράν ανακυκλώνεται και οδηγείται σε μια νέα, επικίνδυνη φάση, με αφορμή τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, αλλά και, κατά δεύτερον λόγο, τον Λίβανο. Η αξίωση του Ιράν για επιβολή τελών είναι απαράδεκτη. Είναι αντίθετη με το διεθνές δίκαιο και θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Παραδόξως, όμως, ο Αμερικανός Πρόεδρος έριξε νερό στον μύλο του Ιράν, εξαγγέλλοντας μαζί με την επαναφορά του ναυτικού αποκλεισμού των Στενών και επιβολή τέλους 20%. Αντελήφθη γρήγορα πόσο λάθος ήταν η ιδέα αυτή και υπανεχώρησε.

Παραμένει, όμως, ο ναυτικός αποκλεισμός, παράλληλα με τους βομβαρδισμούς στο Ιράν και τις απειλές για κλιμάκωση, όπως και τα Ιρανικά αντίποινα κατά των γειτονικών Αραβικών κρατών του Κόλπου, συμμάχων των ΗΠΑ. Η πολιτική αυτή είναι αδιέξοδη, γιατί οδηγεί στο γνωστό δίλημμα: Μπορούν και πρέπει οι ΗΠΑ να αναλάβουν μια μεγάλη χερσαία επιχείρηση στο Ιράν; Η απάντηση είναι γνωστή και θα ήταν μεγαλύτερο ακόμη λάθος να οδηγηθούν εκεί τα πράγματα διά διολισθήσεως και μέσα από μια ανεξέλεγκτη διαλεκτική αντιποίνων.

Σε ό,τι αφορά το καθεστώς των Στενών, αυτό θα μπορούσε να είναι το status quo ante, το καθεστώς δηλαδή που ίσχυε προηγουμένως και το οποίο ήταν αποδεκτό από όλους και δεν συνεπαγόταν πληρωμή κανενός τέλους.
Ας ελπίσουμε ότι θα υπερισχύσει η στοιχειώδης φρόνηση και ότι θα επαναληφθούν γρήγορα οι συνομιλίες για την επίτευξη μιας νέας συμφωνίας για εκεχειρία και ειρήνη, που, στην πραγματικότητα, είναι διακαής επιθυμία και των δύο πλευρών.

Σε ό,τι αφορά τον Λίβανο, είναι προφανής η διάσταση απόψεων μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ. Το τελευταίο θέτει επιτακτικά το θέμα της Χεσμπολάχ, χωρίς την ικανοποιητική ρύθμιση του οποίου δεν δέχεται καμία συμφωνία για απόσυρση των δυνάμεών του από τον Νότιο Λίβανο. Η ικανοποιητική ρύθμιση που ζητά είναι ο αφοπλισμός της Χεσμπολάχ. Με δεδομένη, όμως, την ισχύ της οργανώσεως αυτής, που στηρίζεται στη Σιιτική κοινότητα του Λιβάνου και στην υποστήριξη του Ιράν, είναι δύσκολο να δει κανείς πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο στόχος χωρίς την πρόκληση νέου εμφυλίου πολέμου στον Λίβανο. Το μόνο που μπορεί να επιτευχθεί σήμερα είναι μια ατελής ειρήνη, που θα περιέχει όμως τα σπέρματα νέων συγκρούσεων. Πολύ περισσότερο όταν η κατάσταση στον Λίβανο δεν είναι άσχετη και με την ανήσυχη ειρήνη στη Συρία.

Η αναβάθμιση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και η ενδεχόμενη συμμετοχή της στη κοινή Ευρωπαϊκή Άμυνα, μέσω ΝΑΤΟ, δημιουργεί, προφανώς, πρόβλημα στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Για την Ελλάδα, ο κίνδυνος εντοπίζεται στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στις Ελληνο-Αμερικανικές σχέσεις σε τρία κυρίως κεφάλαια: Πρώτον, στην άρση των Αμερικανικών περιορισμών στην αποδέσμευση Αμερικανικών όπλων στην Τουρκία, με πρώτα τα F-35. Δεύτερον, στη χρησιμοποίηση των δομών του ΝΑΤΟ και ιδίως των δύο νέων Στρατηγείων για την προώθηση των γνωστών Τουρκικών αξιώσεων και διεκδικήσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Τρίτον, στον ενδεχόμενο επηρεασμό της Αμερικανικής πολιτικής υπέρ των Τουρκικών θέσεων στο Αιγαίο και στη «Γαλάζια Πατρίδα», υπέρ μιας δήθεν «ισότιμης» διαμεσολαβήσεως.

Οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια από Ελληνικής πλευράς για να αποτραπούν δυσάρεστες εξελίξεις υπό το πρόσχημα του ΝΑΤΟ και της υποτιθέμενης μεγάλης σημασίας και συμβολής σ’ αυτό της Τουρκίας. Δοκιμασμένες και αποτυχημένες πολιτικές κατευνασμού και συνομιλιών, την ίδια στιγμή που η Άγκυρα κλιμακώνει απροκάλυπτα τις διεκδικήσεις και τις προκλήσεις της, δεν έχουν κανένα νόημα και ενθαρρύνουν την Άγκυρα να εμμένει στις προκλητικές διεκδικήσεις της και να τις κλιμακώνει. Απαιτείται σταθερή και αποφασιστική στάση, που θα υποστηρίζεται από ενεργητική και άμεση ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας, αποτελεσματική και άμεση διπλωματική δράση και ετοιμότητα και αποφασιστικότητα για την εφαρμογή των δικαιωμάτων της Ελλάδος που απορρέουν από το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο.

Σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή της Τουρκίας στην κοινή Ευρωπαϊκή Άμυνα, η θέση της Ελλάδος πρέπει να είναι άκαμπτη και ανυποχώρητη. Ενδεχόμενη Τουρκική συμμετοχή θα ακύρωνε για την Ελλάδα τις προσδοκίες που συνδέθηκαν με την Ευρωπαϊκή κοινή Άμυνα και θα καθιστούσε άτυπα την Τουρκία Ανατολικό Ευρωπαϊκό σύνορο αντί της Ελλάδος.

Σε ό,τι αφορά τη σχέση της Κύπρου με την πρόσφατη Τουρκική αναβάθμιση στο ΝΑΤΟ, οι επιπτώσεις συνδέονται αφενός με τα ανοίγματα της Κύπρου προς τις ΗΠΑ και εμμέσως το ΝΑΤΟ και αφετέρου με τα προωθούμενα σχέδια για κατεπείγουσα μάλιστα λύση του Κυπριακού μέσα στο καλοκαίρι, με πρωτοβουλία του Γ. Γραμματέα του ΟΗΕ Γκουτιέρες και ενεργό συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η πρωτοβουλία θα στόχευε στην επίτευξη, αρχικά, μιας «στρατηγικής συμφωνίας» μεταξύ των δύο πλευρών.

Η Τουρκία, για πρώτη φορά από το 1974, ανησυχεί για την αλλαγή των στρατηγικών ισορροπιών στην Κύπρο. Ακολουθούμε μέχρι τώρα πολιτική διαρροής του χρόνου, που θα παγίωνε τα τετελεσμένα γεγονότα και θα οδηγούσε την Ελληνική πλευρά σε πλήρη συνθηκολόγηση και στην αποδοχή των τετελεσμένων γεγονότων. Από την άποψη αυτή, η Άγκυρα σημείωσε μεγάλες διπλωματικές επιτυχίες, έχοντας σύρει την Ελληνική πλευρά, με δέλεαρ το ενδεχόμενο εδαφικών «παραχωρήσεων», σε θέσεις που είναι εντελώς απαράδεκτες και επικίνδυνες, όπως είναι η λεγόμενη διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα. Το μόρφωμα αυτό, που προνοεί δύο μέρη με πολιτική ισότητα, με μορφή δύο συνιστώντων κρατών, υπό ομοσπονδιακό μανδύα, που θα ήταν όμως κατά Τουρκική απαίτηση συνομοσπονδία, δεν διαφέρει ουσιαστικά από την Τουρκική αξίωση για δύο κράτη. Αντιθέτως, θα έλεγε κανείς ότι η διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα είναι το ψευδώνυμο της λύσεως δύο κρατών, υπό συνομοσπονδιακή μορφή.

Για να συγκαλυφθεί το γεγονός αυτό, γίνεται απροκάλυπτα λόγος για «πολύ χαλαρή ομοσπονδία», που θα άφηνε τις βασικές αρμοδιότητες στα δύο συνιστώντα κράτη και την οποία με τη βοήθεια της λεγόμενης «διπλωματικής ασάφειας» η Ελληνική πλευρά θα παρουσίαζε ως ομοσπονδία και η Τουρκική πλευρά ως συνομοσπονδία, για να αποφύγουν πολιτικά προβλήματα.

Η Κύπρος, με τις στρατηγικές συμμαχίες τις οποίες έχει αναπτύξει, με το Ισραήλ κυρίως και τη Γαλλία, το άνοιγμα και τη στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ, την προώθηση της αμυντικής θωρακίσεως, με σημαντικούς εξοπλισμούς, και με την ενίσχυση της θέσεως της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει αναβαθμίσει σημα­ντικά τη θέση της και μπορεί α­ντικειμενικά να χαράξει μια νέα στρατηγική κατά της συνεχιζόμενης Τουρκικής κατοχής.

Η Τουρκία, όμως, όπως και η Μ. Βρετανία, στρατηγικός συνέταιρος στο Κυπριακό, ανησυχούν. Έχουν κάθε λόγο να επισπεύδουν για δήθεν «λύση», που θα κατέλυε την Κυπριακή Δημοκρατία και θα την υποκαθιστούσε με ένα μόρφωμα δύο «ισοτίμων» μερών, που θα έθετε εκ των πραγμάτων ολόκληρη την Κύπρο υπό Τουρκικό γεωπολιτικό έ­λεγχο.

Οι ηγεσίες στην Ελλάδα και στην Κύπρο έχουν μεγάλες ευθύνες για τον υπεύθυνο και νουνεχή χειρισμό του Κυπριακού σ’ αυτήν τη φάση. Δεν πρέπει ούτε να ακυρώσουν τις νέες στρατηγικές πραγματικότητες που ευνοούν και στηρίζουν σήμερα μια νέα προοπτική για την Κύπρο ούτε να εκλάβουν μια φενάκη για δήθεν «ευκαιρία» και να συμπράξουν σε ολέθρια και αυτοκαταστροφική λύση.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ