Τα λάθος μηνύματα της Αθήνας για το σχεδιαζόμενο Φόρουμ της Ανατολικής Μεσογείου

Τα λάθος μηνύματα της Αθήνας για το σχεδιαζόμενο Φόρουμ της Ανατολικής Μεσογείου

–Τα 12 ν.μ. και η εκλογή Ερχιουρμάν στα Κατεχόμενα

Σε πλήρη σύγχυση τελεί η κυβέρνηση σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική και τον χειρισμό των κρίσιμων ζητημάτων που αφορούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς η ένταση με την Τουρκία επανέρχεται και συγχρόνως πυκνώνουν οι πληροφορίες για σχεδιαζόμενη παρέμβαση της κυβέρνησης Τραμπ στην περιοχή.

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Η κυβέρνηση έχει αποφύγει να διαψεύσει τα συνεχή δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, που κάνουν λόγο για επικείμενη παρέμβαση του επιτελείου του Προέδρου Τραμπ προκειμένου να επιλυθούν οι διαφορές οριοθέτησης στην περιοχή μας και έτσι να μην υπάρχουν ούτε αντιπαραθέσεις ούτε να εμποδίζεται η έρευνα και η εκμετάλλευση φυσικών πόρων από τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες των ΗΠΑ που έχουν εμπλακεί στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Αντιθέτως, η κυβέρνηση, με πρώτο τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έσπευσε με πρωτοβουλίες να επιβεβαιώσει ότι κάτι σημαντικό αναμένεται το προσεχές διάστημα από τις ΗΠΑ, το οποίο πολλοί συνδέουν με την άφιξη της νέας πρέσβεως των ΗΠΑ Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην Αθήνα, στις αρχές Νοεμβρίου.

Ο πρωθυπουργός, από το βήμα της Βουλής, παρουσίασε μια πρόταση η οποία φαίνεται να αιφνιδίασε ακόμη και το υπουργείο Εξωτερικών, καθώς επρόκειτο μάλλον για αυτοσχεδιασμούς του στενού του κύκλου. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, η Ελλάδα θα προσκαλέσει άλλες τέσσερις χώρες της περιοχής (Τουρκία, Αίγυπτο, Λιβύη, Κύπρο), ώστε μαζί με την Ελλάδα να διαμορφώσουν ένα φόρουμ που θα ασχοληθεί με προβλήματα όπως η μετανάστευση, το περιβάλλον, η ενέργεια, αλλά και με τις οριοθετήσεις θαλασσίων ζωνών.

Η ελληνική πλευρά, βεβαίως, παρέλειψε να εξηγήσει ότι αυτή είναι μια παλιά πρόταση του Ταγίπ Ερντογάν, πριν από το 2020, ενώ το 2020 υιοθετήθηκε και από τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ. Όμως, οι προτάσεις εκείνες δεν υλοποιήθηκαν, καθώς η Τουρκία επιδίωκε να φέρει το φόρουμ στα μέτρα της και να αναβαθμίσει ως ισότιμο της Κυπριακής Δημοκρατίας το ψευδοκράτος, ζητώντας να συμμετέχουν και οι δύο ως «εκπρόσωποι της Κύπρου».

Η πρόταση του κ. Μητσοτάκη έχει και άλλα προβλήματα φυσικά. Συγκεκριμένα, πώς μπορεί να αποκλειστεί από αυτό το Φόρουμ της Ανατολικής Μεσογείου, π.χ., το Ισραήλ ή η Συρία; Επίσης, ποιος θα εκπροσωπήσει αξιόπιστα και νόμιμα τη Λιβύη, η κυβέρνηση της Ανατολικής ή της Δυτικής Λιβύης;

Αυτό που επίσης δεν είναι κατανοητό είναι σε τι θα βοηθήσει η συμμετοχή άλλων τριών χωρών στην προσπάθεια αναζήτησης λύσης για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όταν τα προβλήματα είναι γνωστά εδώ και μερικές δεκαετίες. Εκτός, βεβαίως, εάν η σκέψη ορισμένων στο Μέγαρο Μαξίμου και στο ΥΠΕΞ είναι ότι μέσα από αυτό το φόρουμ θα βρεθεί ένας τρόπος που θα δίνει άλλοθι νομιμότητας στην επιβολή των όρων που θέτει η Τουρκία για έργα όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Κρήτης.

Και σε αυτήν την περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να βοηθήσει ένα πολυμερές φόρουμ, καθώς, ό,τι και αν ειπωθεί, ό,τι και αν συμφωνηθεί, στο τέλος κάποια χώρα θα πρέπει να εκδώσει τη NAVTEX για τις έρευνες στη συγκεκριμένη περιοχή. Και τουλάχιστον σε ένα μεγάλο τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου, και πάντως ειδικά στην περιοχή της ελληνικής ΑΟΖ ανατολικά της Κάσου, η NAVTEX θα πρέπει να εκδοθεί από τις Ελληνικές Αρχές.

Η Τουρκία, φυσικά, το αμφισβητεί, καθώς υποστηρίζει ότι όλη η περιοχή ανατολικά των 6 ν.μ. της Κάσου αποτελεί μέρος της τουρκικής ΑΟΖ, όπως μονομερώς την έχει καταθέσει στον ΟΗΕ, βάσει, μάλιστα, του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Βεβαίως, ίσως πονηρά σκεπτόμενοι, στο κυβερνητικό επιτελείο θεώρησαν ότι έτσι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, βγαίνοντας μπροστά με μια τέτοια πρόταση, προκαταλαμβάνει πιθανές πρωτοβουλίες των συνεργατών και των απεσταλμένων του Προέδρου Τραμπ. Συγχρόνως, όμως, εγκλωβίζεται η Αθήνα σε ένα σχήμα το οποίο δεν είναι ιδανικό για να συζητηθούν θέματα που άπτονται κυριαρχικών δικαιωμάτων αλλά και κυριαρχίας.

Ενώ, μάλιστα, έχει προκύψει ήδη το ζήτημα με το ελληνικό βέτο στην έ­νταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα «SAFE», καθώς είχε τεθεί ως όρος η άρση του casus belli και η εγκατάλειψη της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», ήρθε μια συνέντευξη του τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν, την οποία σπεύδουν να ερμηνεύσουν κατά το δοκούν ορισμένοι στην Αθήνα, ελπίζοντας ότι ξεπλένοντας και πάλι την Τουρκία θα βρεθεί τρόπος να παρακαμφθεί το ελληνικό βέτο.

Έτσι, η αναφορά του κ. Φιντάν «ε­μείς δεν θέλουμε 12 μίλια, εσείς δεν θέλετε 6 μίλια» και ότι «στο παρελθόν υπήρχαν προσεγγίσεις για να συζητήσουμε, να βρούμε λύση» ερμηνεύθηκε ως ανατροπή της τουρκικής θέσης για το casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων. Βεβαίως, κάθε άλλο παρά αλλαγή θέσης συνιστά αυτή η δήλωση Φιντάν, μιας και η Τουρκία και στο παρελθόν, και μάλιστα στις διερευνητικές επαφές επί Σημίτη, Καραμανλή και Βενιζέλου – Σαμαρά, είχε συζητήσει το ενδεχόμενο κλιμακωτής επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, κάτι που έδειχνε να αποδέχεται ήδη από τότε.

Το ζήτημα είναι ότι η Τουρκία απειλεί με πόλεμο στην περίπτωση που η Ελλάδα επιχειρήσει, χωρίς την άδεια και την έγκρισή της, να ασκήσει την κυριαρχία της ορίζοντας τα χωρικά της ύδατα μέχρι τα 12 ν.μ. στις περιοχές όπου δεν υπάρχει αλληλοεπικάλυψη με τα αντίστοιχα τουρκικά.

Και, δυστυχώς, με την αναπαραγωγή της είδησης ότι η Τουρκία «άλλαξε στάση» δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις τόσο στην εσωτερική κοινή γνώμη όσο και στις Βρυξέλλες, οι οποίες έτσι θα δικαιολογήσουν την απαίτηση για «κινήσεις καλής θέλησης και ανταπόδοσης» από την Ελλάδα.

Με την ίδια ακριβώς αντίληψη υπήρξε και αυτή η πρωτοφανής υποδοχή, τόσο από τον Γιώργο Γεραπετρίτη όσο και από τον Νίκο Χριστοδουλίδη, της εκλογής του Τουφάν Ερχιουρμάν στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων, ενώ είναι γνωστό από την ε­μπειρία των τελευταίων ετών ότι ακόμη και οι, κατά δήλωση, κεντροαριστεροί ηγέτες της τουρκοκυπριακής κοινότητας, όταν έρχεται η ώρα, υπηρετούν τη γραμμή της Άγκυρας.

Ο κ. Ερχιουρμάν, μάλιστα, ο οποίος είναι υπέρμαχος της συνομοσπονδίας αλλά και της διατήρησης των εγγυήσεων της Τουρκίας, έδωσε διαπιστευτήρια υποταγής από την πρώτη στιγμή, δηλώνοντας ότι στο Κυπριακό και στην εξωτερική πολιτική θα είναι σε συμπορεία με την Τουρκία.

Η Άγκυρα, για μία ακόμη φορά –ειδικά τώρα που είναι στριμωγμένη και για το Κυπριακό–, θα παίξει το χαρτί του «μετριοπαθούς» τουρκοκύπριου ηγέτη, όταν οι μεσολαβητές του ΟΗΕ και οι εκπρόσωποι της Κομισιόν, που θέλουν να έχουν στα μαλακά την Τουρκία, θα ζητούν να δείξει και η Λευκωσία «μετριοπάθεια» και διάθεση συμβιβασμού, για να μη χαθεί η «ευκαιρία» στο πρόσωπο του Ερχιουρμάν.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ