
Στον… κουβά οι πολυδιαφημισμένες κάμερες
–Άκυρες οι 93 στις 100 παραβάσεις που κατέγραψαν
Όταν οι κυβερνητικές εξαγγελίες για το μεγάλο project των έξυπνων καμερών τεχνητής νοημοσύνης παρουσιάζονταν, με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, ως η απόλυτη επανάσταση στον ΚΟΚ και στην οδική ασφάλεια, λίγοι περίμεναν ότι η πραγματικότητα θα προσγειωνόταν τόσο ανώμαλα.
Σήμερα, ο σχεδιασμός αυτός εξελίσσεται με μαθηματική ακρίβεια σε ένα από τα πιο δαπανηρά φιάσκα της ψηφιακής διακυβέρνησης, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα το επιτελείο του Μαξίμου. Τα στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας κόβουν την ανάσα, καθώς αποδεικνύεται ότι οι κάμερες που δοκιμάστηκαν παρουσιάζουν εντυπωσιακά χαμηλή αξιοπιστία, με το εξοργιστικό 93% των καταγεγραμμένων παραβάσεων να απορρίπτεται τελικά ως άκυρο.
Ειδικότερα, από τις περίπου 13.000 κλήσεις που βεβαιώθηκαν από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα μέσα Μαΐου ελέγχθηκαν οι 5.500 και από αυτές μόλις 400 –δηλαδή το ισχνό 7%– αφορούσαν πραγματικές παραβάσεις, ενώ οι υπόλοιπες ακυρώθηκαν λόγω τραγικών λαθών του συστήματος. Η δήθεν αλάνθαστη τεχνητή νοημοσύνη κατάφερε να χρεώσει πρόστιμο 150 ευρώ σε οδηγό επειδή μπέρδεψε μια συσκευή ατμίσματος με συνοδηγό χωρίς ζώνη, ενώ άλλος πολίτης τιμωρήθηκε για χρήση κινητού επειδή απλώς έξυνε το κεφάλι του, σε μια σειρά από φαιδρά περιστατικά, όπου το λογισμικό μπερδεύτηκε με ρούχα, αντικείμενα ή φυσιολογικές κινήσεις.
Αυτό το ψηφιακό έκτρωμα δεν είναι απλώς ανίκανο αλλά και εξαιρετικά προκλητικό για τις τσέπες των φορολογουμένων, αν αναλογιστεί κανείς ότι το κόστος ανέρχεται στο σκανδαλώδες ποσό των 88.000 ευρώ ανά κάμερα, συμπεριλαμβανομένης της εγκατάστασης, της συντήρησης και του λογισμικού. Με απλά λόγια, το Μαξίμου καλεί τους πολίτες να πληρώσουν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για ένα σύστημα που αποτυγχάνει παταγωδώς να κάνει ακόμη και τη βασική του δουλειά. Και σαν να μην έφτανε η απόλυτη αναποτελεσματικότητα, ο αρχικός διαγωνισμός των 88 εκατ. ευρώ για 1.000 κάμερες μπορεί να ακυρώθηκε μετά από προσφυγές εταιρειών, όμως η κυβέρνηση –πιστή στην τακτική της να αγνοεί την πραγματικότητα– προετοιμάζει ήδη νέο διαγωνισμό, χωρίς να έχει επιλύσει το θεμελιώδες πρόβλημα της αξιοπιστίας.
Παράλληλα, αναδεικνύεται και μία παράμετρος που το κυβερνητικό επιτελείο σκόπιμα αποσιωπά, δηλαδή, αν κάθε κλήση αυτού του ιδιότυπου «Predator των δρόμων» πρέπει τελικά να ελέγχεται χειροκίνητα από άνθρωπο για να αποφευχθούν τα δικαστικά παρατράγουδα, τότε εκατομμύρια ανθρωποώρες θα αναλωθούν χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, εκμηδενίζοντας οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του πριν και του μετά και αποδεικνύοντας ότι το μόνο που σίγουρα επιτυγχάνεται είναι η μαζική επιτήρηση. Πίσω, όμως, από την παταγώδη αποτυχία στην καταγραφή των τροχαίων παραβάσεων κρύβεται μία πολύ πιο σκοτεινή και ανησυχητική πραγματικότητα, που γεννά εύλογα ερωτήματα για τις πραγματικές προθέσεις. Αυτές οι AI κάμερες έχουν την τεχνική δυνατότητα να καταγράφουν εικόνα και ήχο σε πραγματικό χρόνο, να αναγνωρίζουν πρόσωπα οδηγών και επιβατών, να αποθηκεύουν δεδομένα για μεγάλο χρονικό διάστημα και να τα διασταυρώνουν με άλλες βάσεις δεδομένων.
Καθίσταται σαφές ότι, ακόμα κι αν το σύστημα αποτυγχάνει να κόψει έγκυρα πρόστιμα, λειτουργεί άψογα ως ένα εργαλείο μαζικής, μόνιμης και νόμιμης παρακολούθησης, όπου κάθε συνομιλία μέσα στο αυτοκίνητο με ανοιχτό παράθυρο, κάθε διαδρομή και κάθε συμπεριφορά μπορεί να καταγραφεί και να χρησιμοποιηθεί όποτε το κρίνουν σκόπιμο οι αρμόδιες Αρχές. Αν το σύστημα αδυνατεί να υπηρετήσει τον σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε, δηλαδή την οδική ασφάλεια, τότε η εμμονή της κυβέρνησης να προχωρήσει σε αυτές τις θηριώδεις δαπάνες αποδεικνύει ότι ο πραγματικός στόχος είναι η δημιουργία ενός παντοδύναμου, οργουελικού δικτύου επιτήρησης των πολιτών.
Το «Predator των δρόμων» κινδυνεύει να μείνει στην Ιστορία ως ένα ακόμη ακριβό μνημείο κυβερνητικής ανικανότητας και αυταρχισμού, που απειλεί ευθέως τις προσωπικές ελευθερίες, ενώ για να το επιβάλουν επιστρατεύουν ήδη τη γνωστή, γελοία παραφιλολογία του «όποιος δεν έχει τίποτα να κρύψει δεν έχει τίποτα να φοβηθεί», ένα ισοπεδωτικό επιχείρημα, που αντιμετωπίζει τους πολίτες ως αγέλη, ξεχνώντας εσκεμμένα ότι, αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τα σπίτια μας θα είχαν γυάλινους τοίχους αντί για κουρτίνες.