Ασπίδα προστασίας για την πρώτη κατοικία υψώνει το ΣτΕ απέναντι στους εισπρακτικούς μηχανισμούς του Δημοσίου. Η ιστορική απόφαση βάζει οριστικό τέλος στα προγράμματα πλειστηριασμού κύριας στέγης για οφειλές προς τις Δ.Ο.Υ. και τα Ταμεία, βάζοντας ως κόκκινη γραμμή την ύπαρξη λοιπών περιουσιακών στοιχείων.
Μια απόφαση-σταθμό που αλλάζει άρδην το τοπίο για τις σχέσεις των φορολογουμένων με τους εισπρακτικούς μηχανισμούς του Κράτους εξέδωσε το Σ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έβαλε οριστικό τέλος στη δυνατότητα του Δημοσίου, των Δ.Ο.Υ., των ΟΤΑ, των Ασφαλιστικών Ταμείων και των ΝΠΔΔ να βγάζουν στο σφυρί την πρώτη κατοικία πολίτη, όταν η οφειλή μπορεί να αποπληρωθεί από άλλα περιουσιακά στοιχεία του ιδιοκτήτη.
Όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, σύμφωνα με το σκεπτικό του ΣτΕ, η κατάσχεση και η ένταξη σε πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού της οικογενειακής στέγης κρίνεται παράνομη, εφόσον ο οφειλέτης διαθέτει λοιπή κινητή ή ακίνητη περιουσία ικανή να καλύψει το ύψος του χρέους. Η συγκεκριμένη απόφαση καταλαμβάνει όλες τις κατηγορίες οφειλών που εισπράττονται βάσει των διατάξεων του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Παράλληλα, το Δικαστήριο προχώρησε σε μια ουσιαστική δικονομική διεύρυνση των δικαιωμάτων των πολιτών: ο οφειλέτης μπορεί πλέον να ασκήσει ανακοπή σε οποιοδήποτε στάδιο της εκτελεστικής διαδικασίας. Ενώ μέχρι σήμερα γινόταν δεκτό ότι η ανακοπή χωρούσε μόνο στο αρχικό στάδιο της κοινοποίησης της κατασχετήριας έκθεσης, πλέον παρέχεται το δικαίωμα προσφυγής μέχρι και το τελικό στάδιο της έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε διευθύνοντα σύμβουλο εταιρείας, στον οποίο η Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά επέβαλε πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού για τη μεζονέτα 162 τ.μ. στο Μοσχάτο, η οποία αποτελούσε τη μοναδική κύρια κατοικία της οικογένειάς του (κατά 50% ιδιοκτησίας του ίδιου και κατά 50% της συζύγου του), λόγω εταιρικών ληξιπρόθεσμων χρεών. Ο οφειλέτης προσέφυγε στη Δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι διέθετε ακίνητη περιουσία σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, η οποία επαρκούσε για την ικανοποίηση του Δημοσίου.
Τόσο το Διοικητικό Πρωτοδικείο όσο και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ακύρωσαν το πρόγραμμα πλειστηριασμού, κρίνοντας ότι η ενέργεια της φορολογικής αρχής προσέκρουε στις θεμελιώδεις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας. Παρά την έφεση και την αίτηση αναίρεσης του Δημοσίου —το οποίο υποστήριξε ότι ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια κατά τον ΚΕΔΕ— το ΣτΕ απέρριψε τους ισχυρισμούς του Κράτους ως αβάσιμους.
Στην απόφαση, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, υπογραμμίζεται με σαφήνεια ότι η κατοικία αποτελεί ουσιώδες element για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής ζωής των ανθρώπων. Ως εκ τούτου, συνιστά αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας και προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως ορίζει το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Το ΣτΕ κατέστησε σαφές ότι, βάσει της αρχής της αναλογικότητας που απορρέει από το κράτος δικαίου, για να είναι έγκυρη οποιαδήποτε διοικητική πράξη που οδηγεί στη στέρηση της κατοικίας, πρέπει να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο και ότι είχαν εξαντληθεί προηγουμένως όλα τα ηπιότερα και πρόσφορα μέτρα για την είσπραξη της οφειλής.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ (amna.gr)
Φωτο: pexels