
Σπ. Τσιτσίγκος στο “Π”: Η πίστη κατά τη θρησκεία και την επιστήμη: Η Πρωτοχρονιά ως σύμβολο αρχής, ελπίδας και νοήματος
Του
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΣΙΤΣΙΓΚΟΥ
Καθηγητή Πανεπιστημίου ΕΚΠΑ
Η Πρωτοχρονιά, ως χρονικό και υπαρξιακό όριο, αποτελεί κατ’ εξοχήν στιγμή αναστοχασμού, ελπίδας και νέας αρχής. Το πέρασμα από τον παλιό στον νέο χρόνο δεν συνιστά απλώς ημερολογιακή μεταβολή, αλλά φέρει βαθύ, συμβολικό και υπαρξιακό, χαρακτήρα. Ο άνθρωπος, στεκόμενος στο μεταίχμιο του χρόνου, καλείται να στραφεί προς το μέλλον όχι μόνο με λογικό σχεδιασμό αλλά και με εμπιστοσύνη, με πίστη. Η πίστη λειτουργεί ως θεμελιώδης υπαρξιακή στάση που συνδέει το παρόν με το μέλλον και προσδίδει νόημα στην ανθρώπινη προσδοκία.
Κατά τον ιερό Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η πίστη είναι «πολύσημος λέξις», καθώς εμπεριέχει ποικίλες διαστάσεις: τη φυσική θρησκευτική ροπή του ανθρώπου, τη σχέση εμπιστοσύνης προς τον Θεό, τη συνειδητή αποδοχή αληθειών αλλά και την εσωτερική βεβαιότητα που υπερβαίνει την άμεση εμπειρία. Περιλαμβάνει ακόμη την ελπίδα και τη δυναμική προσδοκία του μέλλοντος. Υπό αυτήν την έννοια, η πίστη λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ του ήδη βιωμένου και του προσδοκώμενου, όπως ακριβώς και η Πρωτοχρονιά σηματοδοτεί τη μετάβαση από το παρελθόν στο μέλλον.
Οι φιλοσοφικές προσεγγίσεις της πίστης κινούνται σε συναισθηματικούς, βουλητικούς και διανοητικούς άξονες. Ο ανθρωπολόγος Robin Horton διακρίνει τα ανοικτά από τα κλειστά συστήματα πίστης, υποστηρίζοντας ότι στα δεύτερα κάθε αντίθετο δεδομένο απορρίπτεται εκ των προτέρων. Ο φιλόσοφος David Hume, από την πλευρά του, αντιλαμβάνεται την πίστη ως ενίσχυση της ζωτικότητας των ιδεών, ως εκείνη τη δύναμη που καθιστά μια ιδέα ψυχολογικά πειστική και ικανή να κατευθύνει την ανθρώπινη πράξη. Έτσι, η πίστη λειτουργεί ως εσωτερική δυναμική που προσανατολίζει τον άνθρωπο στο παρόν και τον ανοίγει στο μέλλον.
Η πίστη, ωστόσο, δεν αντιστρατεύεται την επιστημονική γνώση. Η πατερική σκέψη τονίζει ότι «χωρίς πίστη, ούτε ο νους μπορεί να δει (να γνωρίσει) τα νοητά», υπογραμμίζοντας πως κάθε γνωστική διαδικασία προϋποθέτει εμπιστοσύνη τόσο στις γνωστικές μας ικανότητες όσο και στην αξιοπιστία των δεδομένων. Ο διανοούμενος του 20ού αιώνα Michael Polanyi επισημαίνει ότι ακόμη και οι φυσικές επιστήμες στηρίζονται σε αξιώματα και ερμηνευτικά σχήματα που δεν αποδεικνύονται πλήρως, αλλά γίνονται αποδεκτά μέσω μιας πράξης πίστης.
Η πίστη διαπερνά κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, τις κοινωνικές σχέσεις, την παιδεία, την επιστήμη και τη συλλογική συμβίωση. Χωρίς εμπιστοσύνη, καμία κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει. Γι’ αυτό και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς θεωρεί την πίστη κριτήριο ακόμη και της επιστημονικής γνώσης. Η χριστιανική πίστη, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με την αφελή ευπιστία ούτε με την άκριτη υποβολή. Δεν καταργεί τη λογική, αλλά τη μεταμορφώνει και την υπερβαίνει θεοπρεπώς. Δεν αποτελεί ιδεολογική κατασκευή, αλλά ζωντανή σχέση, καρπό της συνέργειας θείας χάριτος και ανθρώπινης ελευθερίας. Έτσι, η πίστη καθίσταται υπαρξιακό θεμέλιο ελπίδας και νοήματος, ιδίως σε στιγμές μετάβασης, όπως η Πρωτοχρονιά, όπου ο άνθρωπος καλείται να πορευθεί προς το άγνωστο με εμπιστοσύνη, ελπίδα και πνευματική εγρήγορση.