Σωκράτης Φάμελλος: «Μέτωπο» κατά της ακρίβειας και του «καθεστώτος» Μητσοτάκη

Σωκράτης Φάμελλος: «Μέτωπο» κατά της ακρίβειας και του «καθεστώτος» Μητσοτάκη

Με μια ομιλία γεμάτη αιχμές για την οικονομική και θεσμική κατάσταση της χώρας, ο Σωκράτης Φάμελλος περιέγραψε μια Ελλάδα που βρίσκεται αντιμέτωπη με παλιά και νέα αδιέξοδα. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έθεσε ως προτεραιότητα την αναστροφή της κοινωνικής ανισότητας και την προστασία των νοικοκυριών από την ακρίβεια, ξεκαθαρίζοντας πως δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συναίνεσης με τη σημερινή κυβέρνηση στο ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης.

Κυρίως κείμενο Ο κ. Φάμελλος εστίασε στην «ασφυξία» της πραγματικής οικονομίας, παραθέτοντας στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και την πτώση της αγοραστικής δύναμης. Κατηγόρησε την κυβέρνηση για «κρίση του επιτελικού κράτους», ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, υποστηρίζοντας ότι ο πρωθυπουργός το χρησιμοποιεί για να «κρύψει» στελέχη του από τη δικαιοσύνη.

Για τη συνταγματική αναθεώρηση, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε την πλήρη αντίθεσή του στις προθέσεις για άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών. Αντιθέτως, πρότεινε μια αναθεώρηση με προοδευτικό πρόσημο που θα προκύψει από ευρείες συναινέσεις άνω των 180 βουλευτών.

Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την ανάσχεση της ακρίβειας περιλαμβάνουν:

  • Φορολογικές ελαφρύνσεις: Αναστολή ΦΠΑ σε τρόφιμα και φάρμακα για ένα εξάμηνο και μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα.

  • Εισοδηματική ενίσχυση: Επαναφορά της 13ης σύνταξης και του 13ου/14ου μισθού στο Δημόσιο.

  • Παρεμβάσεις στην αγορά: Επιβολή πλαφόν στα κέρδη διύλισης και αυστηρός έλεγχος στην εφοδιαστική αλυσίδα.

  • Στεγαστική πολιτική: Δημιουργία κοινωνικής κατοικίας και αυστηρή ρύθμιση για το Airbnb.

Κλείνοντας, ο κ. Φάμελλος αντιπαρέβαλε στα κυβερνητικά υπερπλεονάσματα ένα νέο «Εθνικό Ταμείο Ανάκαμψης», το οποίο θα χρηματοδοτείται από τα υπερκέρδη των τραπεζών και των ολιγοπωλίων, στοχεύοντας στην ενίσχυση της καινοτομίας των 800.000 μικρομεσαίων επιχειρήσεων της χώρας.

Ομιλία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου, στο 7ο Διεθνές Συνέδριο Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος

«Καμία συναίνεση με το καθεστώς Μητσοτάκη που καταπατά το Σύνταγμα και το Κράτος Δικαίου – Απαιτείται άλλη πολιτική με έμφαση στην παραγωγή, στην ποιότητα της εργασίας και στην αύξηση των αμοιβών»

Αξιότιμε πρόεδρε και μέλη της διοίκησης του Οικονομικού Επιμελητηρίου, κυρίες και κύριοι, θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα το Οικονομικό Επιμελητήριο για την πρόσκληση και τη συμμετοχή, ακόμα μία χρονιά, σε αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Και ψάχνοντας τα κείμενα, επέστρεψα για λίγο – το έλεγα και στον πρόεδρο προηγουμένως – στην περσινή μας συζήτηση, όταν μας είχε καλέσει το Οικονομικό Επιμελητήριο να συναξιολογήσουμε τις – θυμάμαι τη λέξη – «κατακλυσμιαίες» γεωπολιτικές αλλαγές. Ήταν την περίοδο που είχε ξεκινήσει ο «πόλεμος των δασμών», αλλά και η συζήτηση για την «οικονομία του πολέμου» στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην τοποθέτησή μου είχα αναφερθεί στους κινδύνους της απομάκρυνσης του δυτικού κόσμου από τις αρχές του ορθολογισμού και της Δημοκρατίας. Και στους κινδύνους από την αποδόμηση των διεθνών οργανισμών και την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου που συντελούσαν, και δυστυχώς συντελούν ακόμα περισσότερο, σε μια γενικευμένη κρίση ανασφάλειας και σε μεγάλες αβεβαιότητες για το αύριο.

Η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο και το καθοδικό σπιράλ ασφάλειας και οικονομίας, στο οποίο έχει εισέλθει η παγκόσμια ασφάλεια και η παγκόσμια οικονομία, αποδεικνύουν ότι η υφήλιος δεν βρίσκεται απλά σε «αναστάτωση», όπως είναι ο τίτλος της συζήτησης. Αλλά οδεύει στο πιο αρνητικό σενάριο που συζητάγαμε πέρυσι.

Και σε αυτή την παγκόσμια περιδίνηση, δυστυχώς, βρισκόμαστε με μια αδύναμη και ασύντακτη Ευρώπη. Και με μια ακόμη πιο αδύναμη Ελλάδα, με πληγωμένη Δημοκρατία, αδύναμους θεσμούς, φτωχή κοινωνία και χωρίς πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.

Η καταπάτηση του Διεθνούς Δικαίου και η επιβολή του κανόνα του ισχυρού, πρακτικά η κυριαρχία του τραμπισμού, συνδέεται με ένα μη βιώσιμο οικονομικό μοντέλο.

Περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον και για την οικονομία και για την κοινωνία και για το περιβάλλον, για όλους.

Και δεν πρέπει να το αντιληφθούμε όταν φτάσει στη γειτονιά μας, είτε στη γεωπολιτική, είτε στην οικονομία, είτε στην καθημερινότητα. Γι’ αυτό και επιβάλλεται, κατά την άποψη και τη δική μου και συνολικά του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να πάρουμε θέση, να μιλήσουμε καθαρά, να τοποθετηθούμε και όχι απλά να περιμένουμε σχολιάζοντας -μεγαλόφωνα ή από μέσα μας- και να συνθέσουμε ένα εναλλακτικό σε αυτή την επιλογή, αλλά και βιώσιμο μέλλον.

Η πρώτη προτεραιότητα, συζητώντας για την παγκόσμια αναστάτωση, είναι η πολιτική συζήτηση για την ειρήνη. Γιατί χωρίς ειρήνη δεν υπάρχει ούτε οικονομική ασφάλεια, ούτε πρόοδος, ούτε κοινωνική συνοχή. Και επιμένω ότι είναι επικίνδυνο σε αυτή τη χρονική στιγμή, η κυβέρνηση να επιλέγει να αλλάξει την πάγια εθνική γραμμή που τηρούμε εδώ και δεκαετίες στην εξωτερική πολιτική. Δηλαδή να αρνείται μια εξωτερική πολιτική πολυδιάστατη, ενεργητική και με πρωτοβουλίες και να περιορίζεται στον ρόλο του «δεδομένου συμμάχου» και του «προκεχωρημένου φυλακίου» του κ. Τραμπ.

Αντίθετα, η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει μια πολύτιμη θέση, που έχει σήμερα ταυτόχρονα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά και τη γεωπολιτική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Και να αναλάβει πρωτοβουλίες που μαζί με έναν σημαντικό ρόλο για την Ελλάδα, ένα δικό μας κεφάλαιο, θα συμβάλει στην αποκλιμάκωση, την ασφάλεια και την ειρήνη στην περιοχή μας και ευρύτερα. Στο ίδιο πλαίσιο και η Ευρώπη οφείλει το συντομότερο να δομήσει μια στρατηγική αυτονομία έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

Παρακολουθούμε τη συζήτηση η οποία γίνεται στην Ευρώπη, δεν είναι ακόμα αποτελεσματική. Αλλά η Ευρώπη, αν δεν προχωρήσει σε μια πολιτική ενοποίηση σε όλα τα πεδία και της οικονομίας και της ασφάλειας και των πολιτικών, της διπλωματίας και της κοινωνικής λειτουργίας του κοινωνικού κράτους, θα είναι ακόμα πιο αδύναμη και άρα θα θέτει ερωτήματα στις ίδιες τις κοινωνίες της.

Γιατί η ασφάλεια δεν είναι μόνο η άμυνα. Η ασφάλεια, το γνωρίζετε πολύ καλά, είναι και η ενέργεια, η ασφάλεια είναι και ψηφιακή, είναι και θεσμική, είναι η Δημοκρατία και σαφέστατα είναι και η λειτουργία της κοινωνίας. Αυτήν εκπροσωπεί η Ευρώπη. Χωρίς ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος και παραγωγικό σχέδιο – το οποίο δυστυχώς τα τελευταία χρόνια διαπιστώνω ότι υποχωρεί και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής διοίκησης – και χωρίς μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας για όλη την Ευρώπη, ούτε η Ελλάδα, ούτε καμία άλλη χώρα δεν θα είναι πραγματικά ασφαλής. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει με μια τραμπική επιλογή που είναι οι εξοπλισμοί. Δεν είναι δυνατόν να θυσιάζουμε το κοινωνικό κράτος, και μιλάω για το ευρωπαϊκό κεκτημένο, να θυσιάζουμε τη βιώσιμη ανάπτυξη, να θυσιάζουμε την κλιματική πράσινη μετάβαση για να στηρίξουμε την «οικονομία του πολέμου».

Έχουμε ανάγκη από μια άλλη Ευρώπη, η οποία θα έχει λόγο, αλλά και ισχύ σε έναν πολυπολικό κόσμο και θα έχει ένα συνεκτικό σχέδιο. Ακούσαμε ψήγματά του λίγο πριν, δεν είναι μόνο αυτό, αλλά είναι και αυτό, το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης. Ένα σχέδιο το οποίο θα αξιοποιεί την καινοτομία στην ευρωπαϊκή παραγωγικότητα και θα εξασφαλίζει ταυτόχρονα βιωσιμότητα και οικονομίας και περιβάλλοντος. Και δεν θα υποκλίνεται στη συγκέντρωση ισχύος στους μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους, που είναι και αυτό ένα μεγάλο θέμα που συζητάμε, που ελέγχουν τον παγκόσμιο ιδιωτικό πλούτο σε κρίσιμους τομείς όπως είναι οι ψηφιακές πλατφόρμες, η ενέργεια και οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Και επιτυγχάνουν μια εμφανή πλέον μετατόπιση εξουσίας από τη Δημοκρατία προς τα ιδιωτικά κέντρα αποφάσεων. Εμείς θέλουμε μια Ευρώπη, η οποία να ρυθμίζει, να προστατεύει και να εξισορροπεί την ισχύ των αγορών προς όφελος των κοινωνιών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ασταθές, αβέβαιο, πείτε το όπως θέλετε, η Ελλάδα βρίσκεται ξανά μπροστά και σε παλιά αδιέξοδα που μας είχαν οδηγήσει σε χρεοκοπία, αλλά και σε νέα ερωτήματα:

Η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, που έχει εξαγγελθεί από την κυβέρνηση επίσημα και στο Μεσοπρόθεσμο, η αύξηση του πληθωρισμού -συζητούσατε και για την ορολογία του πληθωρισμού λίγο πριν- η χαμηλή παραγωγικότητα και αυτή τη συζητήσατε επίσης, αλλά και η αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου – 14,3% τον Φεβρουάριο, η τελευταία ανακοίνωση – συναντιόνται με την ενεργειακή ανασφάλεια. Την ενεργειακή εξάρτηση που, δυστυχώς, παραμένει και με επιλογές της κυβέρνησης, τη σοβαρή υστέρηση στην κλιματική προσαρμογή, που επιβεβαιώνεται και από καθυστέρηση στους δείκτες του μετριασμού, δηλαδή της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Με μία πλέον πολύ επικίνδυνη δημογραφική πίεση που συνδέεται με ερήμωση της υπαίθρου και κατάρρευση του πρωτογενούς τομέα και πολύ μεγάλες κοινωνικές ανισότητες.

Η κοινωνία δεν καταλαβαίνει και δεν νιώθει τις επικοινωνιακές εξαγγελίες της κυβέρνησης. Οι αριθμοί δεν λένε σχεδόν τίποτα, όταν η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, όταν μεγαλώνει το ποσοστό του πληθυσμού, που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, όταν οι μισθοί δεν επαρκούν, τα εισοδήματα -γιατί δεν είναι μόνο των εργαζομένων – και των επαγγελματιών δεν επαρκούν.

Το ιδιωτικό χρέος αυξάνεται και οι μικρομεσαίοι δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Όταν, δηλαδή, η πραγματική οικονομία ασφυκτιά και όταν η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη, τότε οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί μένουν στα χαρτιά.

Το ουσιαστικό όμως ερώτημα, το οποίο δεν μπορεί να απαντήσει η κυβέρνηση και το μεγάλο πρόβλημα που θα έπρεπε να συζητάμε σήμερα, είναι ποιο είναι το παραγωγικό μοντέλο και ποιο είναι το σχέδιο για την οικονομία. Και στην ερώτηση της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά επιτρέψτε μου να πω όχι μόνο σε αυτήν.

Γιατί δεν είναι παραγωγικές οι επενδύσεις στα κόκκινα δάνεια, δεν είναι παραγωγικές οι επενδύσεις σε τουρισμό χαμηλής αξίας εργασίας και χαμηλής αμοιβής εργασίας ή οι επενδύσεις μονοσήμαντα σε ένα real estate. Και προφανώς δεν είναι επενδύσεις και οι αμοιβές των συμβούλων. Και απευθύνομαι σε έναν χώρο, που ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι σύμβουλοι, αλλά δεν είναι παραγωγική επένδυση η συμβουλοκρατία και το πολύ μεγάλο ποσοστό υπηρεσιών συμβούλων στο δημόσιο μπάτζετ. Και προφανώς δεν είναι και ανάπτυξη τα υπερκέρδη λίγων ομίλων που τα αντλούν από όλη την αγορά ή κάποιες προσωρινές χρηματιστηριακές εκλάμψεις.

Χρειαζόμαστε επενδύσεις με καινοτομία, με υψηλή υπεραξία, το είπατε λίγο πριν, που όμως να αποδίδεται στην εργασία, γιατί έχει αλλάξει ο συσχετισμός απόδοσης κέρδους στη σχέση εργασία – κεφάλαιο. Και αυτό είναι επικίνδυνο για την κοινωνική συνοχή και την πρόοδο της κοινωνίας και για το brain drain.

Και χρειαζόμαστε και μακροπρόθεσμη στόχευση με κοινωνικό πρόσημο. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, επενδύσεις οι οποίες να υπηρετούν εθνικούς και κοινωνικούς στόχους. Τις έχουμε σήμερα; Ή έχουμε δήθεν επενδυτές, που με την πλάτη της κυβέρνησης, θέλουν απλά να αξιοποιήσουν το πέρασμα τους για να κάνουν το κράτος εργαλείο ιδιωτικών συμφερόντων; Δεν μπορεί η οικονομία για όλους και όλες εσάς να στηρίζεται στη σχέση εξάρτησης ή σε γνωριμίες, που μπορεί να έχετε με κυβερνητικά στελέχη, που αναπαράγουν οικογενειοκρατία, ρουσφέτι και δυστυχώς μια συνταγή χρεοκοπίας και οικονομικής και κοινωνικής.

Πράγματι, χρειαζόμαστε τεχνολογία, η οποία να ενισχύει την ελληνική παραγωγική βάση και όχι μεταφορά κερδών στο εξωτερικό, που δυστυχώς σε ένα βαθμό γίνεται με τον μαζικό τουρισμό, για να το κρατήσουμε ως σχόλιο στα μοντέλα που έχει επιλέξει η κυβέρνηση.

Να σας πω ένα παράδειγμα για να είμαι σαφής, έξω από τη συζήτηση που άκουσα μέχρι στιγμής, χρειαζόμαστε ενεργειακές επενδύσεις, πράγματι. Ποιος είναι ο στόχος των ενεργειακών επενδύσεων; Να έχουμε φθηνή ενέργεια για την παραγωγή και τα νοικοκυριά. Δεν μπορεί να είναι στόχος των ενεργειακών επιχειρήσεων να έχουν υψηλά κέρδη οι αμερικανικές εταιρείες του LNG, που δεν βοηθούν και στην απεξάρτηση της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα. Και, ταυτόχρονα, επειδή δεν έχουμε δίκτυα και αποθήκευση να πετάμε – σύμφωνα με προβλέψεις των επιστημόνων φέτος – φθηνή πράσινη ενέργεια 3,5 τεραβατώρες, ισοδύναμο με 800.000 νοικοκυριά τον χρόνο, στα σκουπίδια. Γιατί δεν έχουμε προωθήσει την αποθήκευση και τα δίκτυα. Αυτό είναι μια απλή πλάτη στον τραμπισμό, επιτρέψτε μου να είμαι καθαρός και να μιλάω ειλικρινά.

Η βιώσιμη ανάπτυξη χρειάζεται σχεδιασμό, όμως ο σχεδιασμός χρειάζεται και Κράτος Δικαίου. Γιατί; Για να μην πάει ο νους σας μόνο στην πολιτική επικαιρότητα, που είναι σωστό, αν πάει. Ο αναπτυξιακός και ο χωροταξικός σχεδιασμός, οι Δασικοί Χάρτες, τα πολεοδομικά σχέδια, ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός είναι ευρωπαϊκό κεκτημένο και συνιστώσες ενός Κράτους Δικαίου. Είναι χαρακτηριστικά ενός αναπτυξιακού κράτους για να ξέρει ο κάθε οικονομικός παράγοντας τι μπορεί να κάνει πού και για πόσο. Υπάρχει αυτό σήμερα στην Ελλάδα μετά από επτά χρόνια κυβέρνησης Μητσοτάκη; Δυστυχώς όχι. Ενώ είχε δρομολογηθεί με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και σας το λέω έχοντας υπηρετήσει και στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Το οξυγόνο μιας οικονομίας είναι οι θεσμοί διαφάνειας και ισοτιμίας. Αυτό χρειάζεται και ο επιχειρηματίας και ο εργαζόμενος. Σοβαρές επενδύσεις, όμως, δεν μπορούν να προχωρήσουν σε μια χώρα που, επιπλέον των ελλειμάτων του ευρωπαϊκού κεκτημένου, οι θεσμοί αμφισβητούνται, η δικαιοσύνη χειραγωγείται, το Σύνταγμα καταπατείται και δεν υπάρχει διαφάνεια.

Γιατί η εμπιστοσύνη χτίζεται μόνο όταν οι κανόνες ισχύουν για όλους, ακόμα και αν κάποιος ή κάποια μια μέρα βρει τον δρόμο για ένα υπουργικό γραφείο. Σήμερα, με ευθύνη της κυβέρνησης, η θεσμική λειτουργία έχει υποβαθμιστεί. Τα σκάνδαλα και η διαφθορά δημιουργούν αβεβαιότητα, αλλά δυστυχώς πλέον επιβεβαιωμένα και απώλεια εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων δισεκατομμυρίων.

Η κατάσταση δεν πάει άλλο και οφείλω να σας μιλήσω καθαρά και ως εκπρόσωπός σας στη Βουλή. Όταν δεν επιτρέπεται στη Βουλή να επιτελέσει τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητες της, τα δικαιώματα της, όταν δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για υπουργούς αρχειοθετούνται, όταν υπουργοί επιτίθενται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όποτε μια δικογραφία αφορά σε υπουργούς της κυβέρνησης, η κατάσταση δεν πάει άλλο.

Και σήμερα άκουσα τον κ. πρωθυπουργό να τολμάει να αναφερθεί σε «παλαιοκομματισμό και τοξικότητα», αναφερόμενος στην αντιπολίτευση.

Για παλαιοκομματισμό μετά από όσα αποκαλύπτονται από τις δικογραφίες για ρουσφέτια και ενδεχομένως παράνομες πράξεις που πρέπει να ελεγχθούν, υπουργών και δεκάδων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας.

Και την ίδια ώρα υπουργοί να επιμένουν να μας πείσουν και να σας πείσουν, ότι τα ρουσφέτια είναι νόμιμα;

Μιλάει για τοξικότητα ο κ. Μητσοτάκης των αποδεδειγμένων, πλέον με δικαστικές αποφάσεις, «τρολ» και του παράνομα χρηματοδοτούμενου μηχανισμού προπαγάνδας με fake news της «Ομάδας Αλήθειας»;

Όλα αυτά είναι σημάδια μιας βαθιάς κυβερνητικής κρίσης, την οποία είδατε και εσείς με τη δημόσια τοποθέτηση πέντε βουλευτών της πλειοψηφίας, για το μέσα σε εισαγωγικά «επιτελικό κράτος». Και σήμερα έφτασε ο κ. πρωθυπουργός, για να κατευνάσει την εσωκομματική αντίδραση, να κλείσει το μάτι σε όσα στελέχη του ελέγχονται, υποσχόμενος μια θέση στα ψηφοδέλτια.

Εγώ λοιπόν τον ρωτώ:

Σε πόσες δικογραφίες καίγεται ένας βουλευτής ή ένας υπουργός της κυβέρνησης του;

Από τη μια, χρησιμοποιεί το άρθρο 86 για να κρύψει πολλαπλώς, πάρα πολλές φορές, τις ευθύνες ελεγχόμενων υπουργών. Και στην 717 το έχετε δει και στο θέμα των υποκλοπών το έχετε δει και στο θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ενώ, παράλληλα, θέτει το άρθρο 86 στη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, με μία πρόταση που δεν το απεξαρτά από την κυβερνητική πλειοψηφία.

Άρα, υποκρισία; Και προσπαθεί να μεταφέρει και σε εμάς και σε όλο το δημοκρατικό κόσμο την ευθύνη για τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Αλλά εγώ θέλω να ρωτήσω:

Με πόση αξιοπιστία μπορεί ο πρωθυπουργός να ξεκινήσει τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, όταν ο ίδιος βαρύνεται με σοβαρές και πολλαπλές παραβιάσεις του Συντάγματος;

Και αυτό είναι θέμα και οικονομίας. Γιατί είναι Δημοκρατία.

Όταν ο ίδιος επέλεξε το 2019 να παραβιάσει το πνεύμα της προτείνουσας Βουλής και να επιλέξει αλλαγές στη Συνταγματική Αναθεώρηση μόνο με τις ψήφους του κόμματος του, ακόμα και στην επιλογή για μονοκομματικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Και τώρα προσπαθεί να μεταφέρει την ευθύνη στην αντιπολίτευση.

Οι διαθέσεις του, όμως, είναι προφανείς και στην πρόταση Συνταγματικής Αναθεώρησης. Προσέξτε, κεντρική πρόταση είναι η ιδιωτικοποίηση σοβαρών δημόσιων λειτουργιών. Αλλά έτσι, η πρόταση του καθηγητή Σάμιτα που άκουσα πριν, «να δίνουμε τη γνώση σε όλα τα παιδιά», δεν θα ισχύει για την ανώτατη εκπαίδευση με τις προτάσεις του πρωθυπουργού.

Ενώ, ταυτόχρονα, βάζει στον στόχο τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, την ασφάλεια δηλαδή των δημοσίων υπαλλήλων, σε μια περίοδο που πρέπει να συζητήσουμε και για την ασφάλεια όλων των εργαζομένων και των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και για ανεξάρτητους δημόσιους λειτουργούς, όταν έχουμε σοβαρά θέματα διαφθοράς.

Για εμάς η απάντηση έχει δοθεί. Η Αναθεώρηση του Συντάγματος, μια πολύ σοβαρή διαδικασία, πρέπει να λάβει απάντηση με ισχυρή εντολή από μια προοδευτική πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή, στην αναθεωρητική Βουλή δηλαδή, η οποία θα έχει και τη δυνατότητα συγκλίσεων, έτσι ώστε να έχει συναινέσεις άνω των 180 βουλευτών.

Γιατί σε αυτή τη λειτουργία καθεστώτος δεν μπορεί να υπάρχει συναίνεση.

Είναι προφανές, κυρίες και κύριοι, ότι απαιτείται μια διπλή αναγέννηση της χώρας μας. Γι’ αυτό σας ζήτησα νωρίτερα να αναλάβουμε όλοι την ευθύνη μας και να μιλήσουμε καθαρά. Χρειάζεται μια δημοκρατική, αλλά και μια αναπτυξιακή αναγέννηση της χώρας μας. Γιατί μόνο αυτό εξασφαλίζει την πραγματική σταθερότητα, για την οποία πολλές φορές γίνεται συζήτηση και θεωρώ ότι θα γίνει και ενόψει των εκλογών.

Η πραγματική σταθερότητα είναι μια ισχυρή Πολιτεία, που έχει ισχυρή δημοκρατία και ισχυρή οικονομία, ώστε να υπηρετούν μια ισχυρή και ασφαλή κοινωνία.

Το 2026, δυστυχώς, βρίσκει την ελληνική κοινωνία σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να κρυφτεί. Να σας αναφέρω ορισμένα στοιχεία επίσημων στατιστικών δεικτών, αφού κατά καιρούς αρέσουν στα κυβερνητικά στελέχη.

Είμαστε δεύτεροι πρωταθλητές σε εργατοώρες, αλλά ταυτόχρονα τελευταίοι στην αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη.

Είμαστε δεύτεροι, αρνητικοί πρωταθλητές, στο πλήθος πολιτών που ζουν σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρώπη για το μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης. Αρνητικοί πρωταθλητές στο κόστος στέγασης.

Όπως καταλαβαίνετε, λοιπόν, η κυβερνητική πολιτική, ενώ είχε διαθέσιμα στην εκκίνηση του 2019 και όρους θεσμικούς, δανειακούς και αποθέματος, εδώ και εφτά χρόνια διαμορφώνει μια πραγματικότητα που είναι ασφυκτική και για τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Γιατί στην αγορά εργασίας, όσα μαγειρέματα κι αν γίνονται από τη μεριά της αντίστοιχης υπουργικής εκπροσώπησης, η ΕΛΣΤΑΤ και η Eurostat αποδεικνύουν ότι πάνω από το ένα τρίτο των νέων εργαζόμενων είναι σε μερικής απασχόλησης ή εκ περιτροπής εργασία. Και η ανάπτυξη της απασχόλησης δεν συνδέεται με ανάπτυξη των εισοδημάτων, δηλαδή με ποιοτική αναβάθμιση του εργαζόμενου. Αντίθετα, έχουμε εργαζόμενους χωρίς σταθερότητα, χωρίς προοπτική, χωρίς αγοραστική δύναμη, που ψάχνουν τρόπο να φύγουν από τη χώρα.

Τέσσερις λέξεις περιγράφουν τη ζωή της πλειοψηφίας των εργαζομένων: φθηνή εργασία, ακριβή ζωή.

Αυτή είναι η καθημερινότητα του πολίτη που δεν μπορεί να βγάλει τον μήνα, να πληρώσει λογαριασμούς, το νοίκι ή να καλύψει τις υποχρεώσεις του σούπερ μάρκετ. Ο πληθωρισμός – ξανά ακόμη μια φορά αυτή η λέξη στο στόμα μας – ιδιαίτερα στον τομέα των τροφίμων και της στέγασης, επιβαρύνει δραματικά την κατάσταση της καθημερινότητας, επανειλημμένα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα ενοίκια και οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται με ρυθμό, που δεν μπορούν να καλυφθούν από τα νοικοκυριά. Και το αποτέλεσμα είναι μία βαθιά στεγαστική κρίση, που επηρεάζει ιδιαίτερα τις νέες οικογένειες.

Κι ενώ τα νοικοκυριά ασφυκτιούν και οι μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται μπροστά σε ένα νέο μεγάλο κίνδυνο. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία εκτοξεύονται. Δεν είναι στρατηγικοί κακοπληρωτές όλοι και όλες. Είναι επαγγελματίες που προσπαθούν πολλοί από αυτούς και πολλές από αυτές να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου κόστους, αλλά και μειωμένης ζήτησης. Γιατί η χαμηλή αγοραστική δύναμη των πολιτών μειώνει τον τζίρο των καταστημάτων και των επιχειρήσεων, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο ύφεσης.

Αυτή η πίεση μεταφέρεται και σε επισφάλεια εργασίας. Γιατί αυτές οι επιχειρήσεις, η «ραχοκοκαλιά» που λέγαμε κάποτε, της ελληνικής οικονομίας, έχουν και πολύ μεγάλο ποσοστό, για να μην πω την πλειοψηφία, εργαζομένων.

Στον αντίποδα όμως αυτού, το 2025 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν 4,9 δισεκατομμύρια κέρδη και θα αποδώσουν μερίσματα 2,8 δισεκατομμύρια. Με προκλητικά χαμηλή φορολόγηση σε σχέση με όλους και όλες εσάς, με όλους τους πολίτες. Κέρδη, τα οποία δεν προήλθαν από επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, αλλά, δυστυχώς, προήλθαν από τη μεγάλη ψαλίδα επιτοκίων και τις χρεώσεις, τις προμήθειες, παρότι η κυβέρνηση πέρυσι είχε δεσμευτεί ότι νομοθετικά τις μείωσε, κάτι που τελικά αποδεικνύεται ψευδές.

Αντίστοιχα άδικα υπερκέρδη, πολύ πάνω δηλαδή από μία φυσιολογική κερδοφορία, καταγράφουν οι επιχειρήσεις ενέργειας. Δύο δισεκατομμύρια EBITDA η ΔΕΗ το ’25. Τα διυλιστήρια, υπολογίζουμε γύρω στα 700 εκατομμύρια τα υπερκέρδη, πάνω δηλαδή από το αναμενόμενο περιθώριο διύλισης των διυλιστηρίων. Τελικά, όλο αυτό το κόστος ενέργειας και καυσίμων πιέζει την αγορά. Γιατί για την αγορά συζητάμε σήμερα.

Πρακτικά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και οι εργαζόμενοι δουλεύουν έτσι ώστε ό,τι περισσεύει, το κέρδος τους, να το διαχειρίζονται σε μια ολιγοπωλιακή αγορά μεγάλα ολιγοπώλια. Και αυτό είναι και για τους αγρότες και για τους εργαζόμενους μια καθαρή κλοπή. Και έχει την ευχή της κυβέρνησης.

Πρακτικά, όλο το κόστος μετακυλίεται στον καταναλωτή.