Ρύθμιση δανείων σε ελβετικό φράγκο – Του Ν. Στραβελάκη

Ρύθμιση δανείων σε ελβετικό φράγκο – Του Ν. Στραβελάκη

–Η κοροϊδία άλλαξε επίπεδο


Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Έντυπα και διαδικτυακά Μέσα φιλοξένησαν κάποια σημεία από το σχέδιο της κυβέρνησης για την ανακούφιση των δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο. Να σημειώσω εξαρχής ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν έχει λάβει καμία μέριμνα για αυτήν την κατηγορία δανειοληπτών. Παρ’ όλα αυτά, η αργοπορημένη ρύθμιση είναι τόσο περιορισμένη, που φτάνει τα όρια της κοροϊδίας. Ας τα πάρουμε από την αρχή.

Τον Δεκέμβριο του 2024 έπεσε στα χέρια μου γνωμοδότηση της διοικητού της ΕΚΤ Κριστίν Λα­γκάρντ για το ποια ρύθμιση των δανείων σε ελβετικό φράγκο θα είχε την αποδοχή της Κεντρικής Τράπεζας. Η γνωμοδότη­ση είχε συνταχθεί κατόπιν αιτήματος του Κοινοβουλίου της Σλοβενίας, που επρόκειτο να νομοθετήσει πάνω στο θέμα. Σε έκπληξη πολλών, η κ. Λαγκάρντ απεφάνθη ότι νομοθετικές ρυθμίσεις που θα «κούρευαν» μέχρι και το 95% των συναλλαγματικών ζημιών που θα υπήρχαν την ημερομηνία της ρύθμισης ήταν αποδεκτές από την Κε­ντρική Τράπεζα. Η μόνη προϋπόθεση που έθετε ήταν ότι τα δάνεια δεν θα είχαν πουληθεί σε funds ως «κόκκινα». Η λογική της γνωμοδότησης ήταν ότι η αποδοχή της σύναψης δανείων σε ξένο νόμισμα από τις τράπεζες υπέθετε ότι ο συναλλαγματικός κίνδυνος της συναλλαγής θα ήταν περιορισμένος. Με άλλα λόγια και με δεδομένο ότι δεν μπορούσε να αντισταθμιστεί ο συναλλαγματικός κίνδυνος για δάνεια 15ετούς ή και μεγαλύτερης διάρκειας, η τράπεζα δεν θα μπορούσε να «πουλήσει» στον δανειολήπτη κίνδυνο που δεν θα αναλάμβανε η ίδια.

Από ό,τι φαίνεται, η ελληνική κυβέρνηση δεν έδωσε μεγάλη σημασία στη γνωμοδότηση. Σύμφωνα με αυτά που διέρρευσαν στον Τύπο, οι τράπεζες θα είναι υποχρεωμένες να αποδεχθούν τη μετατροπή των υπολοίπων των δανείων σε ευρώ στην τρέχουσα ισοτιμία και το μόνο ευεργέτημα που θα προσφέρουν είναι ότι η ρύθμιση θα είναι τροποποίηση της υφιστάμενης σύμβασης δανείου. Δηλαδή, οι δανειολήπτες θα φάνε στο κεφάλι όλη τη συναλλαγματική ζημία, αλλά θα έχουν επιτόκιο αρκετά χαμηλότερο από το επιτόκιο που θα είχαν αν έκαναν νέα σύμβαση σε ευρώ σήμερα. Για να «πετύχουν» αυτήν τη συμφωνία, οι δανειολήπτες θα πρέπει να προσφύγουν στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Να σημειώσω ότι η μέση ισοτιμία στην οποία συνήφθησαν τα δάνεια αυτά είναι 1,6 ελβετικά φράγκα προς ένα ευρώ και η σημερινή ισοτιμία είναι 0,92. Δηλαδή μιλάμε για συναλλαγματικές ζημίες μεγαλύτερες του 60% του υπολειπόμενου κεφαλαίου.

Υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία ρυθμίσεων, που όμως είναι σε διμερή βάση. Δηλαδή, απαιτούν τη συναίνεση της τράπεζας και, σύμφωνα με τις διαρροές που έχουν γίνει, θα συνοδεύονται με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, τα οποία όμως δεν προσδιορίζονται. Αφορούν δανειολήπτες με ενήμερα δάνεια ή δάνεια σε καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών και μπορούν να φτάσουν σε ισοτιμίες μετατροπής 1,32 προς 1 ευρώ. Δηλαδή να καλύψουν και τη μισή συναλλαγματική ζημία περίπου. Όμως, κανένας δεν γνωρίζει για πόσους θα είναι αυτές οι ρυθμίσεις και κυρίως αν οι τράπεζες θα έχουν τη δυνατότητα να τις αποφύγουν.

Το ερώτημα είναι: Γιατί η κυβέρνηση βρίσκεται σε τέτοιο αδιέξοδο για τη ρύθμιση αυτών των δανείων, την ίδια ώρα που το έχουν κάνει όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και έχει και την υποστήριξη της ΕΚΤ; Η απάντηση είναι αρκετά εύκολη και έχει να κάνει με τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης έναντι των funds που έχουν πάρει μετοχικές θέσεις στις τράπεζες. Οι τελευταίοι δεν δέχονται να πραγματοποιήσουν ζημίες οι τράπεζες από αυτήν την πηγή.

Μάλιστα είχαν αντιδράσει για το θέμα αυτό και τον Δεκέμβριο, όταν ο κ. Μητσοτάκης, συνοδευόμενος από τον πρώην επικεφαλής οικονομικό του σύμβουλο, τον κ. Πατέλη, είχε συμμετάσχει σε roadshow στο Λονδίνο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δικαιούται να κοροϊδεύει τους δανειολήπτες με αυτόν τον απροκάλυπτο τρόπο, τη στιγμή που έχουμε μια έξαρση όσον αφορά τους πλειστηριασμούς και οι οικονομικά ευάλωτοι υφίστανται σημαντικές απώλειες.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ