Ποιοι παράγοντες οδηγούν σε «σιωπηρή αποχώρηση» τους επαγγελματίες υγείας

Ποιοι παράγοντες οδηγούν σε «σιωπηρή αποχώρηση» τους επαγγελματίες υγείας

Του
ΑΡΗ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗ


Tο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών διερεύνησε για πρώτη φορά διεθνώς το φαινόμενο της «σιωπηρής αποχώρησης» στους επαγγελματίες υγείας και μάλιστα και τους παράγοντες που οδηγούν σε αυτό.

Πιο συγκεκριμένα, το Εργαστήριο Κλινικής Επιδημιολογίας του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ αρχικά δημιούργησε και στάθμισε την κλίμακα «Quiet Quitting Scale» (QQS), με την οποία μπορεί να μετρηθεί το επίπεδο της «σιωπηρής αποχώρησης» των εργαζομένων από την εργασία τους και ακολούθως διερεύνησε τους παράγοντες που οδηγούν τους επαγγελματίες υγείας στη «σιωπηρή αποχώρηση».

Οι μελέτες αυτές πραγματοποιήθηκαν από τον αναπληρωτή καθηγητή Πέτρο Γαλάνη, την υποψήφια διδάκτορα Αγλαΐα Κατσιρούμπα (νοσηλεύτρια ΠΕ, MSc), τον καθηγητή Θεόδωρο Κατσούλα, τη διδάκτορα Ειρήνη Βράκα (MD, MSc), το μέλος ΕΔΙΠ Ολυμπία Κωνσταντακοπούλου, τον επίκουρο καθηγητή Ιωάννη Μωύσογλου, την επίκουρη καθηγήτρια Όλγα Σίσκου, τον επίκουρο καθηγητή Παρίση Γάλλο και την καθηγήτρια Δάφνη Καϊτελίδου.

Το φαινόμενο της «σιωπηρής αποχώρησης» ή αλλιώς της «σιωπηρής παραίτησης» (quiet quitting) από την εργασία αναφέρεται στο γεγονός ότι οι εργαζόμενοι δεν παραιτούνται από την εργασία τους, αλλά καλύπτουν τις ελάχιστες απαιτήσεις της εργασίας τους, έτσι ώστε να μην τη χάσουν, χωρίς να συνεισφέρουν επιπλέον πράγματα, καθώς πλέον νιώθουν εξουθενωμένοι, απογοητευμένοι και αποξενωμένοι από την εργασία τους.

Ουσιαστικά, η «σιωπηρή αποχώρηση» είναι μια αντίδραση των εργαζομένων στο πιεστικό και μη δημιουργικό εργασιακό περιβάλλον που διαμορφώνεται σε αρκετές περιπτώσεις. Με τον τρόπο αυτό, οι εργαζόμενοι προσπαθούν να ανταποκριθούν στο ολοένα και πιο απαιτητικό εργασιακό περιβάλλον βρίσκοντας την κατάλληλη ισορροπία με την προσωπική και την επαγγελματική τους υγεία.

Το φαινόμενο της «σιωπηρής αποχώρησης» απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά τη διάρκεια της πανδημίας λόγω της Covid-19 και τις σημαντικές αλλαγές που επήλθαν στο εργασιακό περιβάλλον πολλών εργαζομένων. Μάλιστα, οι ε­παγγελματίες υγείας αποτέλεσαν την επαγγελματική ομάδα με τη μεγαλύτερη ίσως επιβάρυνση από την πανδημία, καθώς βρέθηκαν αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες καταστάσεις, που τους επιβάρυναν σημαντικά τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο.

Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΚΠΑ διερεύνησε τα επίπεδα της «σιωπηρής αποχώρησης», της επαγγελματικής εξουθένωσης και της επαγγελματικής ικανοποίησης σε 1.760 επαγγελματίες υγείας, που εργάζονταν σε υπηρεσίες υγείας κατά τη διάρκεια των τριών ετών της πανδημίας. Το δείγμα της μελέτης περιελάμβανε 946 νοσηλευτές, 390 ιατρούς και 424 άλλους επαγγελματίες υγείας (μαίες, φαρμακοποιούς, οδοντίατρους, ψυχολόγους και φυσικοθεραπευτές). Η μέση ηλικία των επαγγελματιών υγείας ήταν 41,1 έτη και ο μέσος αριθμός ετών προϋπηρεσίας ήταν 16,3 έτη.

Το 27,5% των επαγγελματιών υγείας βίωνε υψηλό επίπεδο επαγγελματικής εξουθένωσης, το 41,8% βίωνε μέτριο επίπεδο εξουθένωσης και το 30,7% βίωνε χαμηλό επίπεδο εξουθένωσης. Οι νοσηλευτές (33,2%) και οι γιατροί (30,8%) ήταν περισσότερο εξουθενωμένοι σε σχέση με τους υπόλοιπους επαγγελματίες υγείας (11,8%).

Το 50,7% των επαγγελματιών υ­γείας βίωνε χαμηλό επίπεδο επαγγελματικής ικανοποίησης, το 36,1% βίωνε μέτριο επίπεδο ικανοποίησης και το 13,1% βίωνε υψηλό επίπεδο ικανοποίησης. Οι νοσηλευτές (61%) ήταν λιγότερο ικανοποιημένοι σε σχέση με τους γιατρούς (41%) και τους υπόλοιπους επαγγελματίες υγείας (36,8%).
Το 57,9% των επαγγελματιών υ­γείας βίωνε υψηλό επίπεδο «σιωπηρής αποχώρησης». Οι νοσηλευτές (67,4%) βίωναν υψηλότερο επίπεδο «σιωπηρής αποχώρησης» σε σχέση με τους γιατρούς (53,8%) και τους υπόλοιπους επαγγελματίες υγείας (40,3%).

Το 47,2% των επαγγελματιών υγείας δήλωσε ότι σκέφτεται να εγκαταλείψει τη δουλειά του. Οι νοσηλευτές (50,3%) και οι γιατροί (53,8%) δήλωσαν ότι σκέφτονται περισσότερο να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους σε σχέση με τους υπόλοιπους επαγγελματίες υγείας (34%).

Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι τα υψηλότερα επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης και τα χαμηλότερα επίπεδα επαγγελματικής ικανοποίησης οδηγούν τους επαγγελματίες υγείας σε υψηλότερα επίπεδα «σιωπηρής αποχώρησης». Έτσι, οι επαγγελματίες υγείας είναι εξουθενωμένοι και δεν ικανοποιούνται από το εργασιακό τους περιβάλλον, με αποτέλεσμα να είναι πλέον αποξενωμένοι από την εργασία τους, να μην έχουν κίνητρα και να μην αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, καταλήγοντας τελικά στο φαινόμενο της «σιωπηρής αποχώρησης». Επισημαίνεται ότι οι νοσηλευτές, οι εργαζόμενοι σε κυκλικό ωράριο, οι εργαζόμενοι με περισσότερα έτη προϋπηρεσίας και οι εργαζόμενοι που δήλωσαν ότι εργάζονται σε υποστελεχωμένα τμήματα βίωναν υψηλότερα επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης και «σιωπηρής αποχώρησης» και χαμηλότερα επίπεδα επαγγελματικής ικανοποίησης.

Η «σιωπηρή αποχώρηση», η επαγγελματική εξουθένωση και η χαμηλή επαγγελματική ικανοποίηση απειλούν την ψυχική και σωματική υγεία των επαγγελματιών υγείας τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Αυτό έχει ως επακόλουθο οι επαγγελματίες υγείας να είναι εξουθενωμένοι και δυσαρεστημένοι, οπότε δεν μπορούν πλέον να προσφέρουν ποιοτική φροντίδα υγείας.

«Είναι απαραίτητο να διαμορφωθούν οι κατάλληλες παρεμβάσεις και πολιτικές για τη βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος των επαγγελματιών υγείας, έτσι ώστε να βελτιωθεί η επαγγελματική υγεία των εργαζόμενων, η παραγωγικότητα και η παρεχόμενη φροντίδα υγείας», επισημαίνει η έρευνα του ΕΚΠΑ.


ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Φωτο: Vinicius Imbroisi από το Pixabay