–Για την αποφυγή θανατηφόρων λοιμώξεων
Οι λοιμώξεις αποτελούν μία από τις σημαντικότερες αιτίες νοσηρότητας, καθώς μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και στον θάνατο ασθενείς με καρκίνο συμπαγών οργάνων και αιματολογικές κακοήθειες. Τόσο το υποκείμενο νόσημα όσο και η αντικαρκινική θεραπεία μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει λοιμώξεις.
Του
ΑΡΗ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗ
Όπως αναφέρει ο Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας του ΕΚΠΑ και διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», ο εμβολιασμός καθίσταται καθοριστικής σημασίας για την πρόληψη των σοβαρών λοιμώξεων σε ασθενείς με καρκίνο.
Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με το Εθνικό Εμβολιαστικό Πρόγραμμα και τις οδηγίες εμβολιασμού από τις αντίστοιχες κατευθυντήριες οδηγίες σε Ογκολογία και Αιματολογία, συστήνονται τα εξής εμβόλια:
• Εμβόλιο για τη γρίπη: Συνιστάται ετήσιος αντιγριπικός εμβολιασμός για όλους τους ασθενείς, ειδικά σε όσους βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή ή / και έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση μυελού των οστών ή συμπαγούς οργάνου. Για τους ασθενείς άνω των 65 ετών συνιστώνται τα ενισχυμένα τριδύναμα αδρανοποιημένα εμβόλια TIV-HD (εμβόλιο υψηλής δόσης) και aTIV (εμβόλιο με ανοσοενισχυτικό). Ειδικά για τους ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα συνιστάται η χορήγηση δύο δόσεων με έναν μήνα διαφορά, σύμφωνα με τις οδηγίες της Παγκόσμιας Ομάδας Μελέτης του Πολλαπλού Μυελώματος. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συνιστάται μία δόση, τρεις με έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
• Εμβόλιο για τον SARS-CoV-2 (COVID-19): Συνιστάται ο αναμνηστικός εμβολιασμός με επικαιροποιημένο εμβόλιο τουλάχιστον τρεις μήνες μετά την τελευταία δόση ή την τελευταία νόσηση από SARS-CoV-2, ειδικά σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω ή / και με ανοσοκαταστολή. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συνιστάται σχήμα τριών δόσεων τρεις με έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Μπορεί να συγχορηγηθεί με το αντιγριπικό εμβόλιο.
• Εμβόλιο για τον πνευμονιόκοκκο: Συνιστάται μία δόση συζευγμένου εμβολίου PCV20. Αν έχει προηγηθεί εμβολιασμός με PCV13 και PPSV23, τότε ακολουθεί μία άπαξ δόση PCV20 τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την τελευταία δόση. Αν έχει προηγηθεί είτε το PCV13 είτε το PPSV23, τότε διενεργείται μία άπαξ δόση PCV20 ένα έτος αργότερα. Αν δεν έχει προηγηθεί καμία δόση με PCV13 ή με PPSV23, τότε διενεργείται μία δόση PCV20. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συνιστώνται τρεις δόσεις PCV20 ανά έναν με δύο μήνες, ξεκινώντας τρεις με έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση, καθώς και μια τέταρτη δόση τουλάχιστον έξι μήνες μετά την τρίτη δόση ή 12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
• Εμβόλιο για τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV): Συνιστάται μία δόση του εμβολίου σε άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω, σε άτομα ηλικίας 60 – 74 με αυξημένο κίνδυνο, όπως ανοσοκαταστολή (φαρμακευτική ή λόγω νόσου). Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συνιστάται μία δόση τρεις μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
• Εμβόλιο για τον αιμόφιλο της γρίπης (Hib): Συνιστώνται τρεις δόσεις έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, σε μεσοδιάστημα ενός – δύο μηνών. Στα υπόλοιπα άτομα με ανοσοκαταστολή χορηγείται μία δόση, εφόσον δεν έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν.
• Εμβόλιο για τον μηνιγγιτιδόκοκκο: Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων έξι μήνες πριν, συνιστώνται δύο – τρεις δόσεις εμβολίου για τον μηνιγγιτιδόκοκκο Β (MenB) και δύο – τρεις δόσεις τετραδύναμου εμβολίου MenACWY για τον μηνιγγιτιδόκοκκο σε μεσοδιάστημα δύο μηνών.
• Εμβόλιο για τέτανο – διφθερίτιδα – κοκκύτη: Συνιστάται μία δόση Tdap, εάν δεν έχει προηγηθεί εμβολιασμός, και ακολούθως Td ή Tdap κάθε δέκα έτη. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συνιστώνται δόσεις DTap, ξεκινώντας έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
• Εμβόλιο για τον έρπητα ζωστήρα: Συνιστάται η χορήγηση δύο δόσεων ανασυνδυασμένου εμβολίου σε μεσοδιάστημα δύο έως έξι μηνών σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω και σε ανοσοεπαρκείς. Σε 18 ετών και άνω με ανοσοκαταστολή, η σύσταση είναι η δεύτερη δόση να γίνεται έναν – δύο μήνες από την πρώτη. Το RZV είναι ασφαλές και αποτελεσματικό, όταν χορηγείται έναν χρόνο μετά από νόσηση από έρπητα ζωστήρα και πέντε ή περισσότερα χρόνια μετά από προηγούμενο εμβολιασμό με ζώντα εξασθενημένο ιό (ZVL). Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συνιστώνται δύο δόσεις με μεσοδιάστημα έναν – δύο μήνες, ξεκινώντας στους έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Η διακοπή λήψης προφυλακτικής αντι-ιικής αγωγής για τον έρπητα μετά τον εμβολιασμό θα πρέπει να γίνεται σε συνεννόηση με τον θεράποντα γιατρό, σύμφωνα με τις εκάστοτε κατευθυντήριες οδηγίες, σε εξατομικευμένη βάση, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα κάποιοι ασθενείς να εμφανίζουν μειωμένη ανοσολογική απόκριση στον εμβολιασμό.
• Εμβόλιο για την ηπατίτιδα Β (HepB): Συνιστώνται τρεις δόσεις για επίνοσους ενήλικες που δεν έχουν εμβολιασθεί στην παιδική ηλικία και ανήκουν σε ομάδες ατόμων σε αυξημένο κίνδυνο (π.χ. σακχαρώδης διαβήτης, χρόνια ηπατική νόσο, ηπατίτιδα C, αιμοδιάλυση, υψηλού κινδύνου σεξουαλικές συνήθειες) ή έξι μήνες μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, με ακόλουθο έλεγχο αντισωματικής απάντησης.
• Εμβόλιο για την ηπατίτιδα Α (HepA): Συνιστώνται δύο δόσεις σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου να αναπτύξουν ηπατίτιδα Α.
• Εμβόλιο για τον ιό ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV): Το HPV9 συνιστάται για ανεμβολίαστους άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 19 – 45 ετών, με κακοήθη νεοπλάσματα ή / και ανοσοκαταστολή, καθώς και σε γυναίκες που είναι ανεμβολίαστες και έχουν υποβληθεί ή πρόκειται να υποβληθούν σε κωνοειδή εκτομή (CIN2+). Συνιστάται η διενέργεια δύο δόσεων με μεσοδιάστημα έξι μηνών (σχήμα 0, 6) με εξαίρεση άτομα με λοίμωξη HIV και άτομα με ανοσοκαταστολή ή λήψη ανοσοκατασταλτικής αγωγήςμ στα οποία συνιστάται η διενέργεια τριών δόσεων (σχήμα 0, 1 – 2, έξι μήνες). Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συνιστάται σχήμα τριών δόσεων από τον έκτο μήνα και έπειτα.
• Αδρανοποιημένο εμβόλιο πολιομυελίτιδας (IPV): Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συνιστώνται τρεις δόσεις έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
• Εμβόλιο ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας (MMR): Τα άτομα που γεννήθηκαν πριν από το 1970 θεωρούνται άνοσα. Όσοι έχουν γεννηθεί μετά το 1970, θα πρέπει να έχουν εμβολιασθεί με δύο δόσεις MMR, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων μεταξύ των δόσεων, εκτός αν υπάρχει αντένδειξη ή ιστορικό νόσου. Σε ασθενείς με κακοήθειες, ο εμβολιασμός θα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ανοσοκατασταλτικής θεραπείας. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η ανάγκη ανοσοποίησης θα πρέπει να αξιολογείται μετά τα δύο έτη σε εξατομικευμένη βάση, εν απουσία βαριάς ανοσοκαταστολής / GVHD.
• Εμβόλιο ανεμευλογιάς: Όλοι οι ενήλικες που γεννήθηκαν μετά το 1990 και δεν έχουν αποδεδειγμένη ανοσία στην ανεμευλογιά (προηγηθείσα νόσηση ή εμβολιασμό) πρέπει να εμβολιάζονται με δύο δόσεις εμβολίου ανεμευλογιάς, εκτός και αν υπάρχει αντένδειξη. Σε ασθενείς με κακοήθειες ο εμβολιασμός θα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ανοσοκατασταλτικής θεραπείας. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων η ανάγκη ανοσοποίησης θα πρέπει να αξιολογείται μετά τα δύο έτη σε εξατομικευμένη βάση, εν απουσία βαριάς ανοσοκαταστολής / GVHD.