
Οι κίνδυνοι από την τυφλή πρόσδεση Αθήνας και Λευκωσίας στο «αμερικανικό άρμα»
–Το πρώτο δείγμα γραφής θα δοθεί στο Κυπριακό
Σε μια κρίσιμη στιγμή ανακατατάξεων και αλλαγών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο, το Κυπριακό αναδεικνύεται πάλι σε θέμα-κλειδί για τους συσχετισμούς αλλά και για να δοθεί ένα κρίσιμο δείγμα γραφής της κυβέρνησης Τραμπ, που αφορά άμεσα την Κύπρο αλλά και την Ελλάδα.
Mέχρι τώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει κρύψει την αδυναμία του για τον τούρκο Πρόεδρο και, παρά το γεγονός ότι ακόμη δεν του έχει κάνει τα χατίρια για τα F-35 και τους κινητήρες για το τουρκικό μαχητικό KAAN, είναι δεδομένο ότι σε σημαντικά γεωπολιτικά ζητήματα της περιοχής υπολογίζει στη συνεργασία και στη συμμαχία με τον Ταγίπ Ερντογάν. Κάτι που αποδεικνύεται από το ότι έβαλε δυνατά την Τουρκία στο παιχνίδι της Γάζας, παρά τις αντιδράσεις του Ισραήλ, ενώ και στη Συρία, που αποτελεί μείζονος στρατηγικής σημασίας θέμα για την Τουρκία, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αναθέσει ειδικό ρόλο στην Τουρκία, όπως και στη διαχείριση των υποθέσεων της Λιβύης.
Η αναβάθμιση της Ανατολικής Μεσογείου, για λόγους ευνόητους, τόσο για τη σταθεροποίηση του άξονα Σαουδικής Αραβίας – Ισραήλ όσο και για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και τη διασφάλιση της εναλλακτικής οδού προμήθειας ενέργειας της Ανατολικής Ευρώπης, δημιουργεί και μείζονες προκλήσεις ασφαλείας.
Όσο και αν θα ήθελε να το αποφύγει η Αθήνα, για τους Αμερικανούς δεν νοείται καμιά διατάραξη του ήρεμου κλίματος σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο λόγω των ελληνοτουρκικών και του Κυπριακού. Αν στα ελληνοτουρκικά έχει βρεθεί αυτή η δύσκολη ισορροπία των «ήρεμων νερών», που έχει μετατραπεί σε μια μορφή ήπιας παραίτησης από σειρά κρίσιμων κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, αλλά έχει εμποδίσει προς το παρόν επικίνδυνες εντάσεις, στο Κυπριακό έρχεται το πλήρωμα του χρόνου για μία ακόμη αναμέτρηση με την Ιστορία.
Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν ως ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, με τη φήμη που τον ακολουθεί ως μετριοπαθή, συμπίπτει με τις συντονισμένες προσπάθειες της Κυπριακής Δημοκρατίας προκειμένου να αναβαθμιστεί στρατηγικά ο ρόλος του νησιού και να ενισχυθεί η συνεργασία με τις ΗΠΑ, αλλά και η άμυνά της, με συμφωνίες τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με το Ισραήλ.
Αυτό έχει δημιουργήσει ένα κλίμα υστερίας στην Τουρκία, όπου, πλέον, ακόμη και σοβαροί αναλυτές αναπτύσσουν θεωρίες «περικύκλωσης» της Τουρκίας από το Ισραήλ, με εργαλεία πρωτίστως την Κύπρο αλλά και την Ελλάδα. Δημιουργείται, έτσι, ένα πολεμικό κλίμα εις βάρος της Κύπρου, το οποίο φυσικά δεν διευκολύνει κινήσεις που θα επέτρεπαν την πρόοδο της διαδικασίας των συνομιλιών.
Το ανεπίλυτο του Κυπριακού έχει μια σειρά από παρενέργειες: Εμποδίζει την ομαλή συνεργασία ΕΕ – ΝΑΤΟ, ενώ, πέραν των ελληνοτουρκικών διαφορών, το Κυπριακό αποτελεί μεγάλο εμπόδιο για τη συμμετοχή της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Άμυνα, μέσω του Προγράμματος «SAFE», αλλά και στη γενικότερη προσέγγισή της με την ΕΕ. Κάτι που θα φανεί ακόμη περισσότερο από την 1η Ιανουαρίου, όταν η Κύπρος θα αναλάβει την Προεδρία της ΕΕ.
Οι εντάσεις γύρω από την Κύπρο, την ώρα που προγραμματίζονται σημαντικά έργα, όπως η επανέναρξη γεωτρήσεων σε οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ αλλά και του αγωγού προς την Αίγυπτο, το σχέδιο αγωγού από Ισραήλ προς Κύπρο και η συνέχιση των εργασιών της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Κρήτης, διαταράσσουν το κλίμα και προκαλούν προβλήματα στην ολοκλήρωση αυτών των έργων και στον σχεδιασμό ακόμη μεγαλύτερων, όπως είναι ο IMEC. Είναι προφανές ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος συχνά παρεμβαίνει «ως ταύρος εν υαλοπωλείω» ακόμη και σε κρίσεις, όπως η Γάζα ή η σύγκρουση Ινδίας – Πακιστάν, δεν θα ανεχθεί εύκολα τέτοιες εξελίξεις και θα επιχειρήσει να παρέμβει όχι μόνο πυροσβεστικά αλλά και ουσιαστικά για την επίλυση των προβλημάτων.
Στο Κυπριακό θα έχουμε ένα πρώτο τεστ, καθώς μετά την πρώτη συνάντηση που είχαν ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης με τον Τουφάν Ερχιουρμάν, την Πέμπτη, αναμένεται ο ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτιέρες να δρομολογήσει τις διαδικασίες επανέναρξης των συνομιλιών, με ένα ασαφές πλαίσιο και μέσα σε μια εσκεμμένη θολούρα, την οποία καλλιεργούν ακόμη και γνωστοί υποστηρικτές του Σχεδίου Ανάν στην Κύπρο, περί δήθεν «ευκαιρίας» που δημιουργεί η παρουσία Ερχιουρμάν στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων.
Ο κ. Ερχιουρμάν, βεβαίως, ποτέ δεν είχε ταχθεί υπέρ της διζωνικής – δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπως αφελώς υποστηρίζουν αρκετοί σε Λευκωσία και Αθήνα, αλλά, αντιθέτως, υπήρξε υπέρμαχος μιας χαλαρής συνομοσπονδίας, με διακριτή παρουσία του ψευδοκράτους. Ο ίδιος όμως, όπως και αρκετοί άλλοι στα Κατεχόμενα και στην Τουρκία, επέμενε ότι η θέση για «δύο κράτη» δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα ούτε της Τουρκίας ούτε των Τουρκοκυπρίων, καθώς με αυτόν τον τρόπο ο πλούσιος θαλάσσιος χώρος νότια του νησιού θα δινόταν στο «ελληνοκυπριακό κράτος». Επίσης, οι θαλάσσιες ζώνες στην περιοχή θα απέκλειαν πλήρως τόσο το «τουρκοκυπριακό κράτος» όσο και την Τουρκία από την ανοιχτή Μεσόγειο.
Επιπλέον, ένα «τουρκοκυπριακό κράτος» δεν θα είχε ποτέ πιθανότητες σύνδεσης με την ΕΕ, ενώ και η Τουρκία θα αντιμετώπιζε διαρκώς το ίδιο πρόβλημα λόγω της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι, είδαμε και τον τακτικό ελιγμό της Άγκυρας: Ο ίδιος ο Ταγίπ Ερντογάν, παρότι κάνει κάποιες αποσπασματικές αναφορές στα «δύο κράτη», τώρα τονίζει τη «σύμπλευση» με τον Ερχιουρμάν στην «κυριαρχική ισότητα» και στο «ισότιμο διεθνές καθεστώς» του ψευδοκράτους. Προσαρμόζει, έτσι, η Άγκυρα την τακτική της εν όψει της επανάληψης των συνομιλιών, ώστε να μην εκτίθεται ιδιαίτερα έναντι των Αμερικανών.
Αυτές οι θέσεις, βεβαίως, είναι απαγορευτικές για οποιαδήποτε θετική εξέλιξη, καθώς οδηγούν σε ένα καθεστώς χαλαρής συνομοσπονδίας, με το οποίο η Τουρκία, μέσω των Τουρκοκυπρίων, θα αποκτούσε ουσιαστικό έλεγχο και στο νότιο τμήμα του νησιού.
Η Τουρκία υπολογίζει ότι όλες αυτές οι λεπτομέρειες θα είναι εξαιρετικά ενοχλητικές για τον Ντόναλντ Τραμπ, εφόσον αναμειχθεί στο Κυπριακό, στο ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης των προβλημάτων της περιοχής, και ότι θα δυσκολευθεί να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να αποδεχθεί μια τέτοια χαλαρή συνομοσπονδία, πολύ περισσότερο δε με τη διατήρηση του καθεστώτος των εγγυήσεων.
Η Κύπρος και η Ελλάδα έχουν προσχωρήσει πλήρως στο «αμερικανικό άρμα», πιστεύοντας ότι η ενίσχυση των σχέσεων με την κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να αποτελέσει ασπίδα απέναντι στις απειλές που αντιμετωπίζουν οι δύο χώρες. Αυτό που θα πρέπει πάντως να αποφευχθεί είναι ο εφησυχασμός, καθώς αυτή η πλήρης πρόσδεση στους Αμερικανούς μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Ο Πρόεδρος Τραμπ θα μπορούσε να ασκήσει πιέσεις, απειλώντας ότι θα διακόψει αυτές τις σχέσεις, εάν Αθήνα και Λευκωσία δεν κάνουν βήματα πίσω, ώστε να επιλυθούν τα προβλήματα και να μην υπάρχουν πλέον εντάσεις στην περιοχή που θεωρείται του άμεσου ενδιαφέροντος του.