Οι ελληνικές τράπεζες πλουτίζουν τους ξένους και βάζουν θηλιά στους Έλληνες

Οι ελληνικές τράπεζες πλουτίζουν τους ξένους και βάζουν θηλιά στους Έλληνες

Όταν μιλάμε για ελληνικές τράπεζες, η πραγματικότητα είναι τραγικά απλή και ταυτόχρονα βαθιά εξοργιστική: Οι τράπεζες που δήθεν στηρίζουν την ελληνική οικονομία δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να μεταφέρουν τον πλούτο στο εξωτερικό και να αφαιρούν την αναπτυξιακή δυνατότητα από την ίδια τη χώρα που τις πλήρωσε για να σταθούν όρθιες.

Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αυτή δεν είναι απλή κριτική. Είναι μια πολιτική και οικονομική καταγγελία, που αποτυπώνει πώς ο τραπεζικός τομέας έχει γίνει μηχανή εκροής πλούτου προς ξένα συμφέροντα, σε βάρος των ελλήνων πολιτών.

Για να το πούμε έξω από τα δόντια: Οι ελληνικές τράπεζες σήμερα δεν είναι ελληνικές ούτε λειτουργούν ως μοχλός ανάπτυξης για την Ελλάδα. Είναι εργαλεία κερδοφορίας ξένων επενδυτών, με κεφάλαια και κέρδη που βγαίνουν από την ελληνική οικονομία και διοχετεύονται εκτός συνόρων.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα με τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας δεν έχει προηγούμενο στην Ευρώπη. Η ιδιοκτησία των τραπεζών δείχνει ξεκάθαρα ποιος έχει πια τον πραγματικό έλεγχο:

Στην Alpha Bank, το ποσοστό των ξένων επενδυτών φτάνει σχεδόν στο σύνολο των μετοχών, με την ιταλική UniCredit να αυξάνει τη θέση της ακόμα περισσότερο, στοχεύοντας να ελέγξει έως και σχεδόν το 30% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας.
Στην Τράπεζα Πειραιώς, το 88% των μετοχών ανήκει σε ξένους επενδυτές, ενώ μεγάλες θέσεις έχουν funds όπως αυτό του John Paulson από τις ΗΠΑ.
Στην Εθνική Τράπεζα, μόλις το 14% ανήκει σε έλληνες επενδυτές, ενώ το υπόλοιπο 86% ελέγχεται από ξένα κεφάλαια, με το Δημόσιο να διατηρεί μόνο ένα μικρό 8,39% μέσω του ΕΕΣΥΠ.
Και στη Eurobank, περίπου το 94% των μετοχών είναι στα χέρια ξένων επενδυτών, με το καναδικό fund Fairfax να κατέχει πάνω από το 32%.

Αυτά τα στοιχεία δεν αποτελούν απλώς στατιστική. Είναι η απόδειξη ότι οι μεγάλες τράπεζες της χώρας έχουν μετατραπεί σε ξένες θυγατρικές. Οι αποφάσεις για τη στρατηγική, τη διανομή των κερδών, τις επενδύσεις και τη φορολογία τους λαμβάνονται με γνώμονα τα συμφέροντα των ξένων μετόχων, όχι της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.

Κέρδη και μερίσματα: Τα χρήματα που φεύγουν στο εξωτερικό

Μία από τις πιο προκλητικές πλευρές της σημερινής κατάστασης είναι η διανομή μερισμάτων προς τους μετόχους. Μετά από χρόνια κρίσης και μηδενικών διανομών, οι ελληνικές τράπεζες έχουν ξαναρχίσει να μοιράζουν τεράστια ποσά στους μετόχους τους.
Το 2024, οι ελληνικές τράπεζες ανακοίνωσαν μερίσματα συνολικού ύψους 1,24 δισ. ευρώ μόνο για τη χρήση του έτους.
Προηγούμενες αναλύσεις ανέφεραν ότι το καλοκαίρι του 2024 οι τράπεζες έδωσαν συνολικά 814 εκατ. ευρώ σε μέρισμα, πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια.

Το θράσος, όμως, δεν είναι απλώς στα ποσά. Είναι στο ότι το 85% – 88% αυτών των μερισμάτων καταλήγει σε ξένους επενδυτές. Δηλαδή, χρήματα που παράγονται μέσα στην Ελλάδα, από ελληνικές καταθέσεις και ελληνικές επιχειρήσεις, φεύγουν μαζικά στο εξωτερικό.
Ασχέτως του πώς παρουσιάζεται από τραπεζικούς κύκλους ή από διεθνείς επενδυτικούς οίκους, αυτό δεν είναι επένδυση στην Ελλάδα. Είναι εκροή πλούτου που μειώνει τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να χρηματοδοτήσει πραγματική ανάπτυξη.

Ναι, οι τράπεζες κάνουν κέρδη, και μάλιστα μεγάλα: Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες το 2023 εμφάνισαν συνολικά πάνω από 3,6 δισ. ευρώ καθαρά κέρδη.
Αυτό σημαίνει ότι, αντί να βρίσκονται υπό παρακμή, οι ελληνικές τράπεζες όχι μόνο επιβιώνουν, αλλά αναπτύσσονται και κερδοφορούν.
Αυτό θα ήταν καλό αν τα κέρδη αυτά επενδύονταν στην ίδια τη χώρα, αν κατέληγαν να χρηματοδοτούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις, υποδομές, πράσινη μετάβαση, καινοτομία ή ακόμα και κοινωνικά προγράμματα. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει.

Αντίθετα, τα κέρδη διανέμονται σε μερίσματα και buybacks μετοχών, κυρίως σε ξένους επενδυτές, και οι ελληνικές επιχειρήσεις που χρειάζονται ρευστότητα για να αναπτυχθούν βλέπουν τα τραπεζικά δάνεια να παραμένουν περιορισμένα και ακριβά. Με άλλα λόγια, ενώ οι τράπεζες ζουν ξανά μια «χρυσή εποχή» στα χαρτιά, η ελληνική πραγματική οικονομία δεν βλέπει τα χρήματα αυτά να επανεπενδύονται εκεί που θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά.

Και εδώ έρχεται το πιο εξοργιστικό. Παρά τα κέρδη και τα υψηλά μερίσματα, οι ελληνικές τράπεζες δεν πληρώνουν ουσιαστικά φόρους εισοδήματος σε ανάλογο βαθμό με τα κέρδη που δημιουργούν. Χρησιμοποιούν φορολογικά εργαλεία, όπως οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις από τις ζημίες της κρίσης, οι οποίες τους επιτρέπουν να μηδενίζουν ή να μειώνουν δραστικά τη φορολογική τους επιβάρυνση.
Αυτό σημαίνει ότι, ενώ οι τράπεζες μοιράζουν δισεκατομμύρια σε μερίσματα, η συμμετοχή τους στα δημόσια έσοδα παραμένει πολύ μικρή. Αντίθετα, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, μαζί με μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες, πληρώνουν κάθε ευρώ φόρου χωρίς τέτοια πλεονεκτήματα.

Με λίγα λόγια, η ελληνική κοινωνία επιδοτεί την τραπεζική κερδοφορία δύο φορές: Πρώτον με τις κρατικές ενισχύσεις στο παρελθόν και δεύτερον με τη σημερινή χαμηλή φορολογική συμμετοχή των τραπεζικών κερδών.
Ακόμα και τώρα, που οι τράπεζες έχουν κέρδη και κεφαλαιακή επάρκεια, η πιστωτική επέκταση προς την πραγματική οικονομία, ειδικά προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, παραμένει συγκρατημένη. Οι τράπεζες προτιμούν να δανείζουν μεγάλους ομίλους, να επενδύουν σε ασφαλή περιουσιακά στοιχεία ή χρηματοπιστωτικά προϊόντα και να κατευθύνουν τα κεφάλαια εκεί που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των διεθνών funds.
Η πιστωτική ασφυξία δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα τραπεζικής στρατηγικής που επιλέγει να μειώσει το ρίσκο και να αυξήσει την απόδοση στο εξωτερικό, ενώ οι ελληνικές επιχειρήσεις αγωνίζονται για πρόσβαση σε κεφάλαια που χρειάζονται για να επιβιώσουν και να μεγαλώσουν.

Η κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα με τον τραπεζικό τομέα δεν είναι απλώς μια οικονομική ανισορροπία. Είναι ζημία εθνικής σημασίας. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στα διοικητικά συμβούλια και στα trading floors του Λονδίνου ή αλλού έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατεύθυνση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από ό,τι οι αποφάσεις του Δημοσίου ή των ελληνικών επιχειρήσεων.
Αυτό δεν είναι απλώς κριτική, είναι γεγονός. Ο τρόπος που λειτουργούν σήμερα οι τράπεζες μετατρέπει τον πλούτο της Ελλάδας σε εξωτερικές αποδόσεις για ξένα κεφάλαια, ενώ αφήνει την ελληνική κοινωνία να πληρώνει το τίμημα της οικονομικής στασιμότητας. Το χρήμα παράγεται στην Ελλάδα, αλλά η αξία του εξάγεται για να τροφοδοτήσει κέρδη στο εξωτερικό.

Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς να υπονομεύει τη δημοκρατία, την οικονομική κυριαρχία και το μέλλον της χώρας. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα τραπεζικό σύστημα που θα επενδύει στην ίδια τη χώρα, που θα στηρίζει την παραγωγή, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που θα συμβάλλει στην απασχόληση και στην κοινωνική ευημερία, όχι ένα σύστημα που λειτουργεί ως διακινητής χρημάτων προς ξένες αγορές χρηματοοικονομικών συμφερόντων.

Το «ΠΑΡΟΝ» θα ανοίξει τον φάκελο των… συστημικών τραπεζών, φιλοξενώντας, μεταξύ άλλων, την άποψη των ανθρώπων της ελληνικής αγοράς.
Η ώρα για ουσιαστική πολιτική αντίδραση, δημόσιο έλεγχο και οικονομική αυτοδιάθεση δεν είναι στο μέλλον. Είναι τώρα. Και όσοι το βλέπουν διαφορετικά απλώς δεν κατανοούν ποιος πληρώνει τον λογαριασμό.

Απασχολούν στο έπακρο οι τράπεζες

Σε διαβουλεύσεις με τις τράπεζες βρίσκεται η κυβέρνηση, έπειτα από σχετικό αίτημα του υπουργείου Ανάπτυξης, με στόχο την εισαγωγή ανώτατων ορίων (caps) στην τιμολόγηση της καταναλωτικής πίστης. Η κίνηση έρχεται σε μια περίοδο όπου η πίεση του πληθωρισμού έχει οδηγήσει ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά στη χρήση καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών για την κάλυψη βασικών αναγκών.

Τα μεγέθη προκαλούν ανησυχία, καθώς το υπόλοιπο της καταναλωτικής πίστης υπερβαίνει πλέον τα 7 δισ. ευρώ, με τα μέσα επιτόκια νέων δανείων στο 10,5% και εκείνα των πιστωτικών καρτών να αγγίζουν το 16,8%. Στο παρασκήνιο, τραπεζικά στελέχη αλλά και εποπτικές αρχές φοβούνται ότι, αν η τάση συνεχιστεί, μπορεί να ανοίξει ξανά ένας κύκλος νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), αυτήν τη φορά στην καταναλωτική πίστη.

Το υπό συζήτηση πλαίσιο θα αφορά αποκλειστικά νέα συμβόλαια (καταναλωτικά δάνεια, υπεραναλήψεις και κάρτες) και όχι υφιστάμενες οφειλές. Κεντρική ιδέα είναι να τεθεί όριο στο συνολικό κόστος πίστωσης, το οποίο θα μπορούσε να φτάνει περίπου στο ένα τρίτο του αρχικού κεφαλαίου, περιορίζοντας έτσι το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο αλλά και επιμέρους πρόσθετες χρεώσεις.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Φωτο: pixabay.com