Οι αγρότες πρέπει να νικήσουν – Του Ν. Στραβελάκη

Οι αγρότες πρέπει να νικήσουν – Του Ν. Στραβελάκη

–Μια διαφορετική ανάγνωση της αντιπαράθεσης της κυβέρνησης με τον αγροτικό κόσμο


Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Η κυβέρνηση της ΝΔ σίγουρα αιφνιδιάσθηκε από τις συγκρούσεις αγροτών και κτηνοτρόφων με την αστυνομία στα Χανιά. Για εμάς τους παλαιότερους, η κατάσταση μας θύμισε ανάλογες συγκρούσεις πριν από 35 χρόνια. Ήταν Ιούλιος του 1990, όταν ο λαός των Χανίων εξεγέρθηκε για χτύπημα της αστυνομίας σε διαδηλωτές που ζητούσαν την απομάκρυνση της Αμερικανικής Βάσης στη Σούδα. Τα γεγονότα εκείνα οδήγησαν σε πυρπόληση της Νομαρχίας Χανίων και την αρχή του τέλους της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Όσο και αν διαφέρει το τότε με το τώρα, ως προς τη σύνθεση των διαδηλωτών και τα αιτήματά τους, υπάρχει κάτι κοινό: Η αγανάκτηση του κόσμου απέναντι σε μια εξουσία τοποθετημένη, χωρίς προσχήματα, με την πλευρά των ισχυρών.

Θα με ρωτήσετε εύλογα πού την είδα την ταξική πολιτική στην καθυστέρηση καταβολής των ενισχύσεων σε αγρότες και κτηνοτρόφους; Σύμφωνα με την κυβέρνηση, αυτό δεν είναι παρά ένα γραφειοκρατικό ζήτημα και τα χρήματα σύντομα θα γίνουν διαθέσιμα στους δικαιούχους. Νομίζω, όμως, ότι δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι δεν γνωρίζουν ούτε πόσα χρήματα θα πάρουν ούτε πότε θα τους καταβληθούν. Φαινομενικά, οι παλινωδίες έχουν να κάνουν με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, για το οποίο, αντί να την πληρώνουν ο κ. Βορίδης, η κ. Σεμερτζίδου και ο κ. Μαγειρίας, την πληρώνουν οι πραγματικοί αγρότες και κτηνοτρόφοι σε όλη την Ελλάδα.

Όμως, ο ισχυρισμός μου δεν περιορίζεται στην αδικία που υφίστανται αγρότες και κτηνοτρόφοι σε σχέση με τους επιδοτούμενους επιχειρηματίες φίλους της κυβέρνησης, που εξυπηρετούνται πριν καν το ζητήσουν. Θεωρώ ότι όσα συμβαίνουν και όσα πρόκειται να συμβούν με τους αγρότες έχουν να κάνουν με ένα ευρύτερο σχέδιο αναδιάρθρωσης του πρωτογενούς τομέα από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Σε αυτόν τον συλλογισμό με οδήγησαν κάποιες αναλύσεις του οικονομολόγου Χριστόφορου Πισσαρίδη, νομπελίστα καθηγητή στο LSE και συντάκτη της ομώνυμης έκθεσης που οδήγησε στο Πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0», για τον πρωτογενή τομέα στο Φόρουμ των Δελφών τον Απρίλιο του 2025.

Σε εκείνη την ομιλία του, ο κ. Πισσαρίδης είχε τονίσει την ανάγκη αναδιοργάνωσης και ενίσχυσης του αγροτικού τομέα της οικονομίας. Θεώρησε, όμως, βασικό ανασχετικό παράγοντα αυτής της προοπτικής τη μικρή αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή. Κοντολογίς, ο κ. Πισσαρίδης επιχειρηματολόγησε ότι η μη καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής στον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα οδήγησε στον περιορισμό του αγροτικού τομέα στο 4% του ΑΕΠ, από 20% που ήταν το 1974. Οι υποψίες μου εντάθηκαν όταν λίγες εβδομάδες μετά την ομιλία Πισσαρίδη η κυβέρνηση άλλαξε τον χαρακτηρισμό σημαντικών εκτάσεων από οικόπεδα σε χωράφι και βοσκοτόπια.

Κοντολογίς, αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι η επίθεση στους αγρότες και στους κτηνοτρόφους είναι κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου συγκέντρωσης της αγροτικής παραγωγής. Η κυβέρνηση πρωτοστατεί σε αυτήν την προσπάθεια, επικαλούμενη τη γραφειοκρατία και τον κοινωνικό αυτοματισμό του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, στο οποίο είναι βουτηγμένη μέχρι τον λαιμό. Θέλει τη συγκεντρωμένη αγροτική γη και παραγωγή να περάσει στα χέρια κάποιων funds, όπως το CVC, που έχει ήδη στην ιδιοκτησία του τον «Μπάρμπα Στάθη», συνοδευόμενη φυσικά από επιδοτήσεις από τα αδιάθετα κονδύλια του «Ελλάδα 2.0». Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο λόγος που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση ακόμη και με οργανώσεις αγροτών που πρόσκεινται στο κυβερνών κόμμα.

Κάποιοι θα μου πουν ότι, ακόμη και να έχω δίκιο, ένα τέτοιο σχέδιο θα έχει θετικές επιπτώσεις για την οικονομία, αφού θα ενισχύσει την αγροτική παραγωγή με σύγχρονους καπιταλιστικούς όρους. Αμφιβάλλω, γιατί θεωρώ ότι το μόνο που θα συμβεί είναι ένα φαγοπότι ανάλογο της «πράσινης μετάβασης», όπου, παρά τη μετατροπή της αγροτικής γης σε ενεργειακά πάρκα, οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος εκτοξεύθηκαν, αντί να περιοριστούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σε χώρες με μεγάλη παράδοση στην παραγωγή και εξαγωγή αγροτικών προϊόντων, όπως η Γαλλία και η Ολλανδία, η αγροτική παραγωγή είναι καπιταλιστική μεν, αλλά οργανωμένη στη βάση οικογενειακών, ως επί το πλείστον, επιχειρήσεων. Από τη σκοπιά αυτή, το αγροτικό κίνημα που αναπτύσσεται στις μέρες μας πρέπει να θέσει στόχους επιδότησης αγροτικών συνεταιρισμών και ενεργειακών κοινοτήτων από τα αδιάθετα κεφάλαια του «Ελλάδα 2.0», ώστε και να ενισχυθεί η αγροτική παραγωγή και να περιοριστούν οι τιμές στο ράφι.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ