
Ο Τραμπ δεν κρατάει ούτε τα προσχήματα απέναντι στη «δεδομένη» Ελλάδα
Οι… υπερπατριώτες του καναπέ. Μια ματιά να έριχνε κανείς σε… στρατευμένες φωνές, την επαύριον των εργασιών της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, δεν θα δυσκολευόταν ιδιαίτερα να διαπιστώσει το άγχος του κυρίαρχου συστήματος εξουσίας να αποκρούσει την κριτική περί περιθωριοποιημένης Ελλάδας, σε σχέση με την προκλητική αναβάθμιση της Τουρκίας του Ταγίπ Ερντογάν από τον Ντόναλντ Τραμπ αλλά και από τους ευρωπαίους ηγέτες.
Ως «υπερπατριώτες του καναπέ» μνημονεύονται, φυσικά, απαξιωτικά, ο Κώστας Καραμανλής και ο Αντώνης Σαμαράς, οι δύο πρώην πρωθυπουργοί και πρώην πρόεδροι της Νέας Δημοκρατίας, που με συνέπεια και επιμονή διατυπώνουν δημοσίως τα τελευταία χρόνια τις ενστάσεις τους για την εξωτερική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη, την εγκατάλειψη της στρατηγικής επιλογής της πολυεπίπεδης εξωτερικής πολιτικής, την ενσωμάτωση στις στρατηγικές επιδιώξεις και τις… επιταγές της Ουάσινγκτον, το συνολικό αποτύπωμα και την επιδραστικότητα της Ελλάδας στα εθνικά θέματα.
Η ανασφάλεια του συστήματος για το πώς θα περάσει στην κοινή γνώμη η εικόνα Μητσοτάκη, σε σχέση με την υπερπροβολή Ερντογάν και τις πολυεπίπεδες σχέσεις, συνεργασίες και συμμαχίες της Τουρκίας του «Ατατούρκ» της εποχής μας, ήταν έκδηλη, είχε άλλωστε εκδηλωθεί και άλλες φορές στο παρελθόν, σε πλείστες διαφορετικές περιπτώσεις. Ποιος θα ξεχάσει τους… ύμνους για τη «νίκη στον Έβρο», όταν υποτίθεται ότι… αποκρούσαμε τουρκική εισβολή μέσω μεταναστών, το 2020, την περίοδο της μεγάλης αγωνίας για την πανδημία του κορονοϊού. Ποιος θα ξεχάσει τη… γιγάντωση του σκοτεινού Ρόμπερτ Μενέντεζ σε «τουρκοφάγο» και «εθνικό ευεργέτη», την ώρα που ο πρώην γερουσιαστής του Νιού Τζέρσεϊ βρίσκεται σήμερα στη φυλακή, καταδικασμένος για διαφθορά από την Αμερικανική Δικαιοσύνη.
Μια παράπλευρη παράμετρος του δύσκολου χειρισμού της εικόνας που γεννά εντυπώσεις και αποτυπώνεται στο υποσυνείδητο της ελληνικής κοινωνίας αφορά φυσικά τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην Ελλάδα αλλά και προσωπικά απέναντι στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο αμερικανός Πρόεδρος εμφανιζόταν τους προηγούμενους μήνες έτοιμος να επισκεφτεί την Ελλάδα, στο πλαίσιο της επίσκεψής του στην Άγκυρα για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, ακολουθώντας την πάγια τακτική των προκατόχων του να τηρούν στοιχειώδεις ισορροπίες ανάμεσα στις δύο ακτές του Αιγαίου.
Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου δεν ενδιαφέρθηκε να κρατήσει καν τα προσχήματα, στέλνοντας για μερικές ώρες στην Ελλάδα είτε τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είτε τον υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, εκθέτοντας έτσι την προσωπική του φίλη, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, καθώς η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα είχε περίπου… υποσχεθεί στην κυβέρνηση ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα ερχόταν στην Αθήνα μέσα στο καλοκαίρι και έδωσε προσωπικό αγώνα για να το πετύχει, ασκώντας επίμονη πίεση στο Οβάλ Γραφείο.
Το θεμελιώδες πρόβλημα αυτών των επίχειρων συμπεριφορών και της αντιμετώπισης της Ελλάδας από τον Ντόναλντ Τραμπ και το σύστημα εξουσίας το οποίο εδραιώθηκε γύρω του αυτά τα δύο χρόνια –μετά την ολική πολιτική επικράτηση των Ρεπουμπλικανών στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2024, όταν κέρδισαν την Προεδρία των ΗΠΑ και την πλειοψηφία και στα δυο Σώματα του Κογκρέσου, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία– αφορά την εμπέδωση της Ελλάδας ως δεδομένης συμμάχου της Αμερικής και, επομένως, ως… βολικής χώρας για το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσινγκτον.
Την ίδια ώρα, ο Ταγίπ Ερντογάν και η δική του Τουρκία διαδραματίζουν παρεμβατικό ρόλο σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα των διεθνών εξελίξεων. Στο πολεμικό μέτωπο Ουκρανίας – Ρωσίας, στο πολεμικό μέτωπο Ιράν – ΗΠΑ / Ισραήλ, στις ευρύτερες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στο Μεταναστευτικό, στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Τουρκία και ο Ταγίπ Ερντογάν είναι εκεί. Όλοι επιδιώκουν να συνεργαστούν και να κάνουν δουλειές μαζί τους. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ μέχρι τη Γερμανία του Φρίντριχ Μερτς, τη Γαλλία του Εμμανουέλ Μακρόν, την Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι, την Ισπανία του Πέδρο Σάντσεθ, τη Μεγάλη Βρετανία του Κιρ Στάρμερ. Η Ελλάδα, από την άλλη, βρίσκεται εκτός του κάδρου των εξελίξεων, εκτός του πυρήνα παρέμβασης στη διαμόρφωση του διεθνούς μωσαϊκού.
Το κόστος αυτής της επώδυνης πραγματικότητας θα έχει αναπόφευκτα και εκλογικό αποτύπωμα. Το ερώτημα είναι «πόσο μεγάλο θα είναι το κόστος αυτό για τη Νέα Δημοκρατία;». Ειδικά με φόντο την ίδρυση ενός κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, που θα απευθυνθεί στα εθνικά και πατριωτικά αντανακλαστικά της παραδοσιακής βάσης της Νέας Δημοκρατίας και ευρύτερα της Κεντροδεξιάς.
Φωτό: whitehouse.gov