
Ν. Γρηγοράκου στο “Π”: Υποκλοπές: Όταν η επιμονή στους θεσμούς δικαιώνεται
Της
ΝΑΓΙΑΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΟΥ
Βουλευτού ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ Λακωνίας
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, το ΠΑΣΟΚ άκουσε σχεδόν τα πάντα για την υπόθεση των υποκλοπών. Άκουσε ότι κουράζει, επειδή επιμένει. Άκουσε ότι το θέμα δεν ενδιαφέρει την κοινωνία. Άκουσε ότι, αντί να ασχολείται με τα προβλήματα της χώρας, επιλέγει μια «δευτερεύουσα» πολιτική αντιπαράθεση. Άκουσε και το κυνικό «με τους θεσμούς κανείς δεν κέρδισε εκλογές».
Με άλλα λόγια, τέσσερα χρόνια ακούμε ότι η υπεράσπιση των θεσμών είναι… υπερβολή ή, ακόμη χειρότερα, ανόητη εμμονή (!).
Η αλήθεια, όμως, έχει τον δικό της τρόπο να επανέρχεται και να αποκαθίσταται. Και η πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την υπόθεση του παράνομου λογισμικού «Predator» αποτελεί μια εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Όχι μόνο δεν κλείνει την υπόθεση των υποκλοπών, αλλά αποδεικνύει ότι το ζήτημα που κάποιοι επιχείρησαν να παρουσιάσουν ως υπερβολή της αντιπολίτευσης ήταν στην πραγματικότητα μια σοβαρή θεσμική κρίση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε η ίδια η δικαστική διαδικασία. Η δίκη στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο ανέδειξε στην πράξη ότι το ποινικό ακροατήριο μπορεί να αποτελέσει έναν πραγματικό μηχανισμό διερεύνησης της αλήθειας. Με σεβασμό στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επιμονή στην ακροαματική διαδικασία και το θεσμικό θάρρος των λειτουργών της Δικαιοσύνης που χειρίστηκαν την υπόθεση, συγκροτήθηκε ένα πλούσιο σώμα πρακτικών, που φωτίζει πολλές πτυχές του σκοτεινού και πολυεπίπεδου σκανδάλου των υποκλοπών. Δεν είναι τυχαίο ότι μια δίκη σε επίπεδο Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, παρά τον περιορισμένο, τυπικά, βαθμό του δικαστηρίου, κατάφερε να αναδείξει στοιχεία και διασυνδέσεις που για μεγάλο διάστημα παρέμεναν στο σκοτάδι.
Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αν αναλογιστεί κανείς το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίχθηκε η υπόθεση. Όλο το προηγούμενο διάστημα υπήρξε μια επίμονη προσπάθεια υποβάθμισης του ζητήματος. Ακόμη και σήμερα, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την υπόθεση ως μια υπόθεση που αφορά μόνο ιδιώτες. Όμως, αυτή η εξήγηση δύσκολα πλέον μπορεί να πείσει, αφού τόσο το εκτεταμένο σύστημα παρακολουθήσεων, που άγγιξε πολιτικούς, δημοσιογράφους και δημόσια πρόσωπα, όσο και οι «ιδιώτες ένοχοι» δείχνουν ξεκάθαρα ότι λειτουργούσε με ευρύτερες διασυνδέσεις. Και ακριβώς αυτό είναι που πρέπει να διερευνηθεί μέχρι τέλους, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, από την πρώτη στιγμή που αποκαλύφθηκε η απόπειρα παγίδευσης του κινητού του τηλεφώνου με το «Predator», επέλεξε μια στάση θεσμικής συνέπειας. Δεν επέλεξε τον δρόμο των εύκολων εντυπώσεων. Προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και επέμεινε ότι το ζήτημα αφορά τη δημοκρατία και τη λειτουργία των θεσμών. Η στάση αυτή τότε λοιδορήθηκε. Σήμερα, όμως, αποδεικνύεται ότι ήταν η μόνη υπεύθυνη επιλογή.
Η πρόσφατη δικαστική απόφαση ανοίγει ξανά την υπόθεση των υποκλοπών με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Ανοίγει έναν νέο κύκλο διερεύνησης για όσα θύματα επέλεξαν τη σιωπή, για τις ευθύνες και τις διασυνδέσεις που προκύπτουν από τα στοιχεία της δίκης. Μας υπενθυμίζει, δε, ότι, σε μια δημοκρατία, τα θεμελιώδη δικαιώματα –όπως το απόρρητο των επικοινωνιών– δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια της πολιτικής ζωής, δεν αφορά το κουτσομπολιό και τις παραπολιτικές στήλες αλλά τον πυρήνα και την ουσία της.
Γι’ αυτό και η επιμονή του ΠΑΣΟΚ όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν εμμονή. Ήταν στάση ευθύνης απέναντι στους θεσμούς και στη δημοκρατία. Γιατί, τελικά, η υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν είναι ποτέ υπερβολή. Είναι καθήκον που κάποτε δικαιώνεται.