Μ. Κρανίδης στο “Π”: Ανακαινίσεις τώρα ή απαξίωση αύριο: Το μεγάλο στοίχημα των ελληνικών ακινήτων

Μ. Κρανίδης στο “Π”: Ανακαινίσεις τώρα ή απαξίωση αύριο: Το μεγάλο στοίχημα των ελληνικών ακινήτων

Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου


Η έναρξη της ανοιξιάτικης περιόδου σηματοδοτεί, διαχρονικά, και την αρχή της σεζόν των ανακαινίσεων. Στη σημερινή συγκυρία, όμως, η ανακαίνιση αποκτά έναν πολύ πιο ουσιαστικό χαρακτήρα, καθώς δεν αφορά μόνο την αισθητική ανανέωση ενός χώρου, αλλά συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή απόδοση, το κόστος διαβίωσης και –τελικά– την ίδια την αξία του ακινήτου.

Η ελληνική πραγματικότητα είναι σαφής. Περίπου το 70% του κτιριακού αποθέματος έχει κατασκευαστεί πριν από το 1990, πριν, δηλαδή, από την εφαρμογή σύγχρονων κανονισμών θερμομόνωσης και ενεργειακής απόδοσης. Αυτό μεταφράζεται σε κατοικίες ενεργοβόρες, με αυξημένες ανάγκες θέρμανσης και ψύξης, με αδυναμία ή χαμηλής ποιότητας οίκηση ή εργασία αλλά και με χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα στην αγορά. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανακαίνιση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Απαιτείται ολοκληρωμένη μελέτη, τεχνικός σχεδιασμός και προτεραιότητα σε παρεμβάσεις που βελτιώνουν ουσιαστικά την ενεργειακή συμπεριφορά του κτιρίου.

Η ενεργειακή αναβάθμιση –μέσω θερμομόνωσης, αντικατάστασης κουφωμάτων, εγκατάστασης σύγχρονων συστημάτων θέρμανσης και αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας– δεν μειώνει μόνο την κατανάλωση, αλλά αυξάνει σημαντικά και την εμπορική αξία του ακινήτου. Σε μια αγορά που σταδιακά ωριμάζει, τα λεγόμενα «πράσινα ακίνητα» αποκτούν σαφές προβάδισμα, τόσο στην πώληση όσο και στην ενοικίαση.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα διαθέσιμα οικονομικά κίνητρα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν είναι επαρκή ούτε σε μέγεθος ούτε σε εύρος. Η φορολογική έκπτωση έως 16.000 ευρώ για δαπάνες ανακαίνισης αποτελεί μια θετική παρέμβαση, όμως, δεν έχει τα χαρακτηριστικά ενός μαζικού, δυναμικού εργαλείου που θα κινητοποιήσει το σύνολο των ιδιοκτητών. Αντίστοιχα, το πρόγραμμα «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου», που προβλέπει άτοκα δάνεια έως 25.000 ευρώ, παραμένει υποτονικά προωθημένο και χωρίς την αναγκαία απήχηση στην κοινωνία. Πρόκειται για ένα εργαλείο με σημαντικές δυνατότητες, το οποίο όμως δεν αξιοποιήθηκε στον βαθμό που θα μπορούσε.

Η πραγματικότητα είναι ότι η χώρα χρειάζεται μια πολύ πιο φιλόδοξη και συστηματική πολιτική. Για να υπάρξει ουσιαστική ανανέωση του γερασμένου κτιριακού αποθέματος, απαιτούνται προγράμματα επιδότησης με επαρκή χρηματοδότηση, απλές διαδικασίες και ευρεία προσβασιμότητα. Ένα πακέτο παρεμβάσεων της τάξης τουλάχιστον των 3 δισ. ευρώ για την επόμενη τριετία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης: Να κινητοποιήσει ιδιωτικά κεφάλαια, να ενισχύσει την οικοδομική δραστηριότητα και να δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας.

Η ανακαίνιση, λοιπόν, δεν είναι μια δευτερεύουσα επιλογή. Είναι στρατηγική ανάγκη για την οικονομία και την κοινωνία. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να γίνουν περισσότερες ανακαινίσεις, αλλά να γίνουν σωστά, με σχέδιο, με ενεργειακή στόχευση και με την ουσιαστική στήριξη της Πολιτείας. Σε διαφορετική περίπτωση, ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού οικιστικού πλούτου κινδυνεύει να απαξιωθεί τα επόμενα χρόνια, χάνοντας τη δυναμική του σε μια αγορά που αλλάζει γρήγορα και αφήνοντας το στεγαστικό ζήτημα άλυτο.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ