Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Το Στεγαστικό δεν είναι μόνο πρόβλημα τιμών ακινήτων και ενοικίων κατοικίας επιφάνειας μέχρι 120 τ.μ. Είναι πλέον πρόβλημα αυτονομίας της νέας γενιάς, δημιουργίας οικογένειας και τελικά δημογραφικό ζήτημα.
Το ερώτημα είναι απλό: Μπορεί σήμερα ένας νέος εργαζόμενος ή ένα νέο ζευγάρι να αποκτήσει κατοικία στην Ελλάδα χωρίς οικονομική βοήθεια ή ακίνητη περιουσία από την οικογένειά του;
Για ένα μεγάλο μέρος της νέας γενιάς η απάντηση είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Τα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024, οι νέοι στην Ελλάδα έφευγαν από το πατρικό τους σπίτι κατά μέσο όρο στα 30,7 έτη, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 26,2 έτη. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 30,3% των νέων ηλικίας 15 – 29 ετών στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι μόλις 9,7% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στοιχεία που ισχύουν και σήμερα, στο ίδιο ή και χειρότερο επίπεδο.
Οι τιμές πολύ μεγαλύτερες σε σχέση με τα εισοδήματα
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο καθώς οι τιμές των κατοικιών συνεχίζουν να αυξάνονται. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το α’ τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν επιπλέον 5,7% σε ετήσια βάση, ενώ στην Αθήνα η αύξηση ήταν 5,2%. Και αυτές οι αυξήσεις έρχονται μετά από άνοδο 8,1% το 2025 και 9,1% το 2024.
Ένας νέος, λοιπόν, πρέπει να συγκεντρώσει σημαντική ίδια συμμετοχή, να καλύψει τα έξοδα αγοράς και συχνά το κόστος ανακαίνισης, ενώ παράλληλα πρέπει να πληροί τα τραπεζικά κριτήρια για στεγαστικό δάνειο.
Εδώ δημιουργούνται ουσιαστικά δύο κατηγορίες νέων: Εκείνοι που διαθέτουν οικογενειακό ακίνητο, οικονομική βοήθεια ή δυνατότητα γονικής παροχής και εκείνοι που πρέπει να ξεκινήσουν αποκλειστικά από τον μισθό τους.
Το πατρικό γίνεται αναγκαστική λύση
Η παραμονή στο οικογενειακό σπίτι συχνά παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό της ελληνικής οικογένειας. Σήμερα, όμως, είναι σε μεγάλο βαθμό και οικονομική ανάγκη.
Όταν ένας νέος δυσκολεύεται να νοικιάσει μόνος του και ακόμη περισσότερο να αγοράσει κατοικία, καθυστερεί αναγκαστικά η πλήρης οικονομική και κοινωνική του αυτονομία. Και εδώ το Στεγαστικό συναντά το Δημογραφικό.
Η απόφαση ενός νέου ζευγαριού να δημιουργήσει οικογένεια δεν εξαρτάται μόνο από τη στέγη. Εξαρτάται από το εισόδημα, την εργασία, τις υπηρεσίες φροντίδας, την ασφάλεια και πολλές ακόμα παραμέτρους. Είναι όμως προφανές ότι η αδυναμία εξασφάλισης σταθερής και οικονομικά προσιτής κατοικίας λειτουργεί αποτρεπτικά στον οικογενειακό προγραμματισμό.
Χρειάζεται πολιτική στέγης ειδικά για τη νέα γενιά
Προγράμματα όπως το «Σπίτι μου» προσφέρουν σημαντική βοήθεια σε όσους εντάσσονται. Δεν αρκεί, όμως, να επιδοτούμε περισσότερους νέους για να διεκδικούν το ίδιο περιορισμένο απόθεμα κατοικιών με αγορά ακριβότερων ακινήτων.
Χρειάζεται, παράλληλα, αύξηση της προσφοράς: Περισσότερες νέες κατοικίες, ενεργοποίηση κλειστών διαμερισμάτων, κοινωνική και προσιτή κατοικία, φοιτητικές εστίες, αύξηση εισοδημάτων, φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις και ειδικά εργαλεία σε ένα πλαίσιο στήριξης για νέους που δεν διαθέτουν οικογενειακή περιουσία, ώστε να αποκτήσουν ένα σπίτι ως αρχή της νέας οικογένειάς τους.
Η δυνατότητα ενός νέου να φύγει από το πατρικό του δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση μιας κοινωνίας που θέλει οι νέοι της να αυτονομηθούν, να δημιουργήσουν οικογένεια και να σχεδιάσουν το μέλλον τους στην Ελλάδα. Και γι’ αυτό, το Στεγαστικό πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται και ως βασικό μέρος της δημογραφικής πολιτικής της χώρας και κατ’ επέκταση της βιώσιμης ανάπτυξής μας.