Λύση συνομοσπονδίας «δύο κρατών» μεθοδεύουν στην Κύπρο

Λύση συνομοσπονδίας «δύο κρατών» μεθοδεύουν στην Κύπρο

–Στη Λευκωσία ο Γκουτιέρες για τις… λεπτομέρειες

Μια προσπάθεια εγκλωβισμού της Λευκωσίας, με την προκαταρκτική δέσμευση ενώπιον του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για συμμετοχή σε συνομιλίες με ασαφή περιγραφή του πλαισίου λύσης του Κυπριακού –ώστε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της Τουρκίας–, βρίσκεται σε εξέλιξη. Μόνο ως τέτοια μπορούμε να κατανοήσουμε την ανακοίνωση της επίσκεψης του Αντόνιο Γκουτιέρες στην Κύπρο (27 – 29 Ιουλίου), την πρώτη μετά από 16 χρόνια.

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


H διπλωματική προσπάθεια της προσωπικής απεσταλμένης του ΓΓ του ΟΗΕ για το Κυπριακό, Μαρία-Άνχελα Ολγκίν, δεν φαίνεται να έχει φέρει αποτέλεσμα, καθώς προσκρούει στην ακραία θέση της Τουρκίας για συνομιλίες από νέα βάση, εγκαταλείποντας το συμφωνημένο πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Και όμως η προσπάθεια της Άγκυρας, αντί να αποδοκιμαστεί, μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης και εκβιασμού, που, όπως όλα δείχνουν, βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί.

Έτσι, η απεσταλμένη του ΓΓ του ΟΗΕ, αφού απέφυγε να διαψεύσει δημοσίευμα βρετανικής εφημερίδας αμέσως μετά την επίσκεψή της στο Λονδίνο, το οποίο παρουσίαζε το φερόμενο ως σχέδιο για το Κυπριακό, σπεύδει να επισκεφθεί την Άγκυρα την παραμονή της άφιξης του Γκουτιέρες στην Κύπρο, προφανώς για να εξασφαλίσει τη συναίνεση του Χακάν Φιντάν, προκειμένου να μεθοδεύσει τις συνομιλίες στην Κύπρο.

Το δήθεν σχέδιο που δημοσιεύθηκε στη βρετανική εφημερίδα παραπέμπει ευθέως σε ένα χαλαρό συνομοσπονδιακό μοντέλο δύο κρατών, με εντελώς αδύναμη και εκ περιτροπής κοινή προεδρία. Αναφέρεται σε νέο σύστημα εγγυήσεων μέσω του ΝΑΤΟ και είναι σαφές ότι κινείται, μέσω της «δημιουργικής ασάφειας», εντελώς εκτός του πλαισίου των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, πλησιάζοντας τις τουρκικές θέσεις.

Η Λευκωσία έσπευσε να αποδοκιμάσει το δημοσίευμα, τονίζοντας ότι δεν αποτελεί, φυσικά, αντικείμενο συζήτησης, ενώ η Τουρκία επέλεξε τη σιωπή, όπως και η ίδια η κ. Ολγκίν. Η Τουρκία επιμένει ότι, προκειμένου να ξεκινήσει οποιαδήποτε συζήτηση, θα πρέπει να αναγνωρισθεί η κυριαρχική ισότητα των Τουρκοκυπρίων και το ισότιμο διεθνές καθεστώς του ψευδοκράτους, ενώ θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για την αναγνώρισή του, εφόσον οι διαπραγματεύσεις καταλήξουν και πάλι σε αδιέξοδο.

Είναι προφανές ότι η Τουρκία επιδιώκει με αυτόν τον τρόπο να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να υποκριθεί αρχικά ότι συνεργάζεται για την επίτευξη λύσης και στη συνέχεια να τινάξει τις συνομιλίες στον αέρα, δρομολογώντας έτσι την αναγνώριση του ψευδοκράτους. Μετά από αυτό, οποιαδήποτε προοπτική λύσης θα εκμηδενιστεί, εκτός εάν η Τουρκία δώσει το πράσινο φως για μια διαδικασία που θα διαιωνίζει τα τετελεσμένα και θα οδηγήσει σε χαλαρή συνομοσπονδία, με την οποία, μέσω των Τουρκοκυπρίων, θα επεκτείνει τον έλεγχό της σε ολόκληρο το νησί.

Η Αθήνα παρακολουθεί τις εξελίξεις αυτές και, μέσω και του πρωθυπουργού, έσπευσε να χαιρετίσει την έλευση του Γκουτιέρες στο νησί. Όμως, προκειμένου να αποφευχθούν οποιεσδήποτε παρεξηγήσεις, θα πρέπει τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και δημοσίως να επιμείνει ότι η πρωτοβουλία αλλά και η ενδεχόμενη πρόσκληση για νέα Πενταμερή Διάσκεψη θα πρέπει να έχει σαφή αναφορά σε λύση στο πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, να λαμβάνει υπόψη τις προσεγγίσεις που είχαν προκύψει στο Κραν Μοντανά και, φυσικά, να είναι συμβατή με την ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επίσης, αυτό που οφείλουν η Λευκωσία και η Αθήνα να δηλώσουν εκ προοιμίου είναι ότι λύση δεν νοείται με παραμονή, έστω και με χρονοδιάγραμμα, των κατοχικών δυνάμεων στο νησί ούτε με εγκαθίδρυση νέου συστήματος εγγυήσεων, οι οποίες δεν μπορούν φυσικά να έχουν θέση σε ένα ανεξάρτητο ευρωπαϊκό κράτος. Κυρίως, όμως, δεν πρέπει να δοθεί η ευκαιρία σε μεσολαβητές, όπως η κ. Ολγκίν, να επιχειρήσουν να παρακάμψουν το μείζον ζήτημα, καθώς, πέραν όλων των άλλων, το Κυπριακό παραμένει ζήτημα παράνομης εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής. Οι συζητήσεις των τελευταίων χρόνων έχουν επικε­ντρωθεί κυρίως στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, τα οποία, δυστυχώς, δεν έχουν ούτε ουσιαστικό ούτε πρακτικό αντίκτυπο, ενώ, συγχρόνως, έχουν θέσει σε δεύτερο πλάνο το ζήτημα της κατοχής.

Η Τουρκία, για πολλούς λόγους, θέλει είτε να λυθεί το Κυπριακό στα μέτρα της είτε να δρομολογηθεί μια εξέλιξη κατά την οποία η απουσία λύσης θα οδηγήσει στην αφαίρεση του Κυπριακού ως εμποδίου για την ανάπτυξη των ευρωτουρκικών σχέσεων αλλά και των πιέσεων που ασκούνται κατά περιόδους από το Κογκρέσο.

Η Αθήνα και η Λευκωσία θα πρέπει να είναι έτοιμες και για ένα ακόμη σχέδιο της Άγκυρας, η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει την αμυντική συνεργασία της Κύπρου με το Ισραήλ, αλλά και με άλλες χώρες, ως κίνηση υπονόμευσης της προσπάθειας για λύση. Η Τουρκία αντιδρά σε κάθε κίνηση που ενισχύει την αποτρεπτική δυνατότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς επιθυμεί να έχει απέναντί της έναν αδύναμο και, ει δυνατόν, αφοπλισμένο αντίπαλο. Ακόμη και αν επιτευχθεί η έναρξη συνομιλιών, σε οποιοδήποτε πλαίσιο, δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η εισαγωγή, έστω και ως παραμέτρου, του ζητήματος των αμυντικών συνεργασιών και συμφωνιών που συνάπτει η Κυπριακή Δημοκρατία, δικαίωμα που έχει ως ανεξάρτητο κράτος και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο μάλιστα αντιμετωπίζει ζωτική απειλή από την παρουσία των κατοχικών στρατευμάτων, που αριθμούν περίπου τις 40.000, στο βόρειο τμήμα του νησιού.

Στη Λευκωσία, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, για λόγους και εσωτερικής πολιτικής, καθώς προσπαθεί να διαμορφώσει συμμαχίες εν όψει των επόμενων προεδρικών εκλογών –δεδομένου ότι ο ίδιος δεν διαθέτει δικό του κόμμα και ο ΔΗΣΥ, από τον οποίο προέρχεται, προσανατολίζεται στην υποστήριξη δικού του υποψηφίου–, έχει αναγάγει σε προσωπικό στοίχημα την επανέναρξη των συνομιλιών και την επίδειξη κινητικότητας από τον διεθνή παράγοντα.

Η κινητικότητα αυτή δημιουργεί προσδοκίες σε Ευρωπαίους και Αμερικανούς, οι οποίοι, παραγνωρίζοντας βασικές πτυχές του προβλήματος, που αφορούν τη στάση της Τουρκίας, ενδέχεται να στρέψουν και πάλι τις πιέσεις τους προς τη Λευκωσία.

Βεβαίως, οι κινήσεις αυτές εκ μέρους της Λευκωσίας, αλλά και της Αθήνας, γίνονται θεωρητικά εκ του ασφαλούς, με την εκτίμηση ότι στο τέλος η Τουρκία θα τινάξει τη διαδικασία στον αέρα. Όμως, ο ίδιος ο κ. Χριστοδουλίδης, ως παλαιός διπλωμάτης, θα πρέπει να θυμάται τι συνέβη στη Νέα Υόρκη το 2004, όταν η κυπριακή ηγεσία, με επικεφαλής τον Τάσσο Παπαδόπουλο, είχε επενδύσει στην αδιαλλαξία του Ραούφ Ντενκτάς και, ξαφνικά, όταν ο τότε ηγέτης των Τουρκοκυπρίων πραγματοποίησε τον γνωστό ελιγμό του, βρέθηκε εγκλωβισμένη σε μια διαδικασία που οδήγησε στο τελικό Σχέδιο Ανάν και, στη συνέχεια, στο δημοψήφισμα, όπου η ελληνοκυπριακή πλευρά το απέρριψε με μεγάλη πλειοψηφία.

Οι συγκυρίες είναι δύσκολες και επικίνδυνες και απαιτούν σοβαρότητα, ψυχραιμία, διορατικότητα αλλά και αποφασιστικότητα, προκειμένου η διαδικασία αυτή, την οποία διακαώς επιθυμεί ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ λίγο πριν από τη λήξη της θητείας του, να μην παρεκτραπεί και να μη μετατραπεί σε ένα ακόμη εργαλείο αθώωσης της Τουρκίας και οριστικού ενταφιασμού του Κυπριακού.

Φωτό: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI

ΤΟ ΠΑΡΟΝ