
Ιστορική δικαστική απόφαση για το σκάνδαλο των υποκλοπών
Αυτό που συνέβη στην υπόθεση υποκλοπές, την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026 στην Αθήνα, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο, δεν είναι μια τυπική δικαστική κατάληξη. Είναι μια θεσμική τομή.
–ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΣΤΟ ΜΕΞΙΚΟ ΚΑΙ ΠΙΣΩ
–TΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΩΝ «MERCENARY SPYWARES» ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΧΘΕΣΙΝΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ
Του
Ειδικού Συνεργάτη
Κ. Α. ΓΑΥΔΙΩΤΗ
Για πρώτη φορά, σε υπόθεση εμπορικού spyware, ελληνικό δικαστήριο κατέληξε σε καθαρή καταδίκη των τεσσάρων κατηγορουμένων, επέβαλε βαριές ποινές και, ταυτόχρονα, άνοιξε ρητά τον δρόμο για δεύτερο κύκλο διερεύνησης, που αγγίζει το πιο δύσκολο ερώτημα της υπόθεσης… Αν, δηλαδή, η παράνομη υποκλοπή / παρακολούθηση, με την έκταση και την ποικιλία στόχων που αποτυπώθηκε στη δίκη, πρέπει να ιδωθεί και υπό το πρίσμα της κατασκοπείας.
–ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΣΤΟ ΜΕΞΙΚΟ ΚΑΙ ΠΙΣΩ
Το δικαστήριο έκρινε ενόχους τους Ταλ Ντίλιαν, Σάρα-Αλεξάνδρα Χάμου, Φελίξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο και επέβαλε, κατά συγχώνευση, συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών στον καθέναν, με εκτιτέα τα οκτώ έτη, χωρίς αναγνώριση ελαφρυντικών, δίνοντας όμως αναστολή μέχρι την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό. Παράλληλα, κρίθηκε πραγματική συρροή για 87 παθόντες, ενώ για 108 παθόντες που δεν είχαν υποβάλει έγκληση η δίωξη παύθηκε οριστικά. Καταγράφηκε επίσης ότι τρεις περιπτώσεις που αντιμετωπίζονταν ως απόπειρες το δικαστήριο τις θεώρησε τετελεσμένες, επειδή προέκυψε ότι ενεργοποιήθηκαν οι μολυσμένοι σύνδεσμοι. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι αποφασίστηκε διαβίβαση πρακτικών και στοιχείων για περαιτέρω έρευνα, μεταξύ άλλων και ως προς το ενδεχόμενο κατασκοπείας σε πλημμεληματική μορφή, αλλά και ως προς άλλες πράξεις, που πρέπει να ελεγχθούν ακόμα και για άλλους, εκτός των τεσσάρων ενόχων.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣΕδώ χρειάζεται καθαρή γλώσσα. Άλλο η κατασκοπεία ως κοινή λογική, άλλο ως νομικός χαρακτηρισμός, με συγκεκριμένα στοιχεία στον Ποινικό Κώδικα. Πολιτικά, πάντως, το ερώτημα είναι αμείλικτο… Όταν εργαλεία αυτού του τύπου εμφανίζονται να στοχοποιούν πολιτικούς, υπουργούς, ανώτατους στρατιωτικούς, όπως τον Α/ΓΕΕΘΑ, και στελέχη κρίσιμων και ευαίσθητων υπηρεσιών, όπως η ΕΥΠ, το κράτος δεν έχει την πολυτέλεια να βαφτίζει όλο αυτό «απλή παραβίαση ιδιωτικότητας».
Η υποκλοπή, όταν αποκτά τέτοιο εύρος, λειτουργεί ως μηχανισμός άντλησης κρατικών και πολιτικών μυστικών. Και αυτό είναι ο ορισμός του προβλήματος, που σε κάθε σοβαρή δημοκρατία οφείλει να εξετάζεται ως υπόθεση αντιπληροφοριών. Η σημερινή κρίση δείχνει επίσης κάτι που η δημόσια συζήτηση συχνά αποφεύγει. Η ατιμωρησία δεν παράγεται μόνο από πολιτικές ασπίδες. Παράγεται και από θεσμικές επιλογές, δικονομικά στενώματα και πρακτικές που δυσκολεύουν τον έλεγχο. Το γεγονός ότι για 108 παθόντες η δίωξη παύθηκε επειδή δεν υπήρξε έγκληση υπενθυμίζει το εξής παράδοξο, ότι σε εγκλήματα υποκλοπών / παρακολούθησης το θύμα δεν γνωρίζει πάντα ότι είναι θύμα και άρα δεν μπορεί πάντα να ενεργοποιήσει εγκαίρως τα δικαιώματά του. Όταν αυτό συνδυάζεται με μυστικότητα, χρονικές ασυμμετρίες και περιορισμούς πρόσβασης στην πληροφορία, ένα κομμάτι της αλήθειας μπορεί να χάνεται πριν καν φτάσει στο ακροατήριο.
Αν, όμως, θέλουμε να καταλάβουμε το πραγματικό διακύβευμα, πρέπει να σηκώσουμε το βλέμμα έξω από τα σύνορα. Το εμπορικό spyware δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Είναι διεθνές εμπόριο ισχύος. Δεν πουλάς απλώς ένα πρόγραμμα. Πουλάς ικανότητα διείσδυσης, γνώση ευπαθειών, υποδομή, υποστήριξη και την υπόσχεση ότι μπορείς να παρακάμπτεις θεσμικές εγγυήσεις χωρίς να αφήνεις εύκολα ίχνη. Γι’ αυτό και στις ΗΠΑ τα «commercial» ή «mercenary spywares» αντιμετωπίζονται πλέον ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας και όχι μόνο ως ζήτημα δικαιωμάτων.
Το αμερικανικό παράδειγμα είναι αποκαλυπτικό. Από τη μία απαγορεύσεις, περιορισμοί και κυρώσεις εναντίον εταιρειών και δικτύων του κλάδου, από την άλλη μια μόνιμη αντίφαση. Ακόμη και σε ώριμες δημοκρατίες, οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφαλείας εξακολουθούν να αναζητούν τέτοιες δυνατότητες ως επιχειρησιακή λύση. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά δεν θα εξαφανιστεί με ευχές. Θα περιοριστεί μόνο αν το κόστος γίνει πραγματικό, για προμηθευτές και για χρήστες.
Σε αυτό το πεδίο εμφανίζεται και η ισραηλινή σχολή του offensive cyber. Όχι ως μύθος και όχι ως εύκολη δαιμονοποίηση, αλλά ως υπαρκτός κλάδος, με εταιρείες, στελέχη και τεχνογνωσία που κινούνται διεθνώς σε αγαστή συνεργασία με πολλές ξένες κυβερνήσεις και υπηρεσίες, χωρίς κατ’ ανάγκη να το γνωρίζει η ισραηλινή κυβέρνηση. Η συζήτηση για ενδεχόμενη συνδρομή ξένου παράγοντα σε επιχειρήσεις spyware δεν είναι αυτονόητα απόδειξη εμπλοκής κράτους. Είναι, όμως, απολύτως λογικό ερευνητικό ερώτημα, όταν μιλάμε για οργάνωση, εκπαίδευση, υποστήριξη και διασυνοριακά δίκτυα. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο είναι να μη μείνει η Ελλάδα σε μια απλοϊκή ερμηνεία «ιδιωτών που έδρασαν μόνοι». Το σύστημα των spywares σπάνια είναι μοναχικό.
Το Μεξικό είναι η πιο σκληρή προειδοποιητική πινακίδα. Εκεί, το αφήγημα «πόλεμος κατά των καρτέλ των ναρκωτικών» συνυπήρξε για χρόνια με τεκμηριωμένες καταχρήσεις spywares εναντίον δημοσιογράφων και υπερασπιστών δικαιωμάτων. Το μάθημα είναι ωμό: Όταν η λογοδοσία είναι αδύναμη, η επιτήρηση μετατρέπεται σε εργαλείο εσωτερικού πολέμου. Και σε περιβάλλοντα όπου η διαφθορά είναι βαθιά, η τεχνολογία υποκλοπών δεν μένει σε ασφαλή χέρια. Διολισθαίνει, διαρρέει, αξιοποιείται, γίνεται πολλαπλασιαστής εκβιασμών και εκφοβισμού. Εκεί ακριβώς τέμνονται κράτος, αγορά και οργανωμένο έγκλημα, χωρίς να χρειάζεται καμιά θεωρία συνωμοσίας για να είναι τρομακτική η εικόνα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η απώλεια της εμπιστοσύνης των πολιτών στους πολιτικούς και η αντισυστημική ψήφος
Η Ευρώπη, παρά τα βήματα που έχει κάνει, εξακολουθεί να έχει ανομοιόμορφους κανόνες. Και αυτό δημιουργεί κενά στα οποία πατά η αγορά: Εταιρείες μετακινούν δομές, αλλάζουν σχήματα και βρίσκουν δικαιοδοσίες που επιτρέπουν μεγαλύτερη άνεση. Η Ελλάδα, μετά τη σημερινή δικαστική απόφαση, έχει την ευκαιρία, που σπάνια εμφανίζεται, να μετατρέψει μια δικαστική κρίση σε πολιτειακή αλλαγή.
Αυστηροποίηση κανόνων για διακίνηση και χρήση τέτοιων εργαλείων. Ενίσχυση ανεξάρτητης εποπτείας. Μηχανισμούς που επιτρέπουν στα θύματα να ενεργοποιούν δικαιώματα, χωρίς να χρειάζεται να «μαντέψουν» ότι στοχοποιήθηκαν. Και, κυρίως, κουλτούρα λογοδοσίας στους μηχανισμούς ασφαλείας.
Το συμπέρασμα είναι απλό. Η προχθεσινή καταδίκη είναι ορόσημο, αλλά δεν είναι τέλος. Είναι η αρχή ενός πιο δύσκολου κεφαλαίου: Του πώς μια δημοκρατία χτίζει πραγματική άμυνα απέναντι σε μια διεθνή αγορά ιδιωτικοποιημένης υποκλοπής / παρακολούθησης. Αν η υπόθεση μείνει ως μια ποινική ιστορία τεσσάρων προσώπων, η αγορά θα προσαρμοστεί και θα επανέλθει με άλλο όνομα.
Αν, όμως, γίνει αφορμή να κλείσουν τα θεσμικά κενά, τότε η Ελλάδα μπορεί να περάσει από τον ρόλο του παραδείγματος προς αποφυγή στον ρόλο του παραδείγματος ανάκτησης ελέγχου. Και ίσως αυτό είναι το πιο χρήσιμο πολιτικό μήνυμα της ημέρας, ότι ο θεσμός μπορεί ακόμη να έχει αντισώματα, όταν αποφασίζει να κοιτάξει την εξουσία και την τεχνολογία κατάματα.
Η Δικαιοσύνη μίλησε. Και είπε ότι υπάρχει υπόθεση. Και ότι υπάρχει συνέχεια. Και απέδειξε ότι υπάρχουν ακόμα Τερτσέτηδες και Πολυζωίδηδες και Σαρτζετάκηδες στην Ελλάδα του 2026…