
Η πολιτική σκέψη του Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Β’ ΜΕΡΟΣ)
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Το πολιτικό ζήτημα της ανιθαγένειας
Το πολιτικό ζήτημα σήμερα, θα ισχυριστεί ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, είναι η ανιθαγένεια. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ανιθαγενής είναι μόνο εκείνος ο οποίος μπορεί να διαρρήξει τους δεσμούς του με την κοινότητα για πολιτικούς και φιλοσοφικούς λόγους. Η ανιθαγένεια ήταν πάντα ενοχλητική για τους κλασικούς Έλληνες και εξακολουθεί να είναι και σήμερα για τους σύγχρονους πολιτισμούς.
Κυρίως γιατί ο ανιθαγενής, με την έκκεντρη σκέψη του, δεν σταματά ποτέ να ασκεί μια ελεύθερη πολιτική. Και ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν έλκεται από έκκεντρες πολιτικές, κάτι που το βλέπουμε το 1990 με το έργο του «Homo Sacer», όπου στο συγκεκριμένο έργο του προσεγγίζει το ζήτημα του σώματος. Η κύρια θεματική του είναι η απαγόρευση και ο σκλάβος με αναφορά το σώμα ως κέντρο, αλλά και ο τρόπος άσκησης της εξουσίας, όλο αυτό έτσι όπως παρουσιάζεται ως σκηνή της περιπέτειας του σύγχρονου ανθρώπου. Στο βιβλίο του θέτει δύο προσωπικότητες της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας στο κάδρο της αναζήτησής του, τον Αριστοτέλη και τον Διογένη τον κυνικό. Και οι δύο έχουν την ευκαιρία να οικοδομήσουν μια ζωή έξω από τα όρια της πόλης. Ο Αριστοτέλης οικοδομεί μια υπερ-πολιτική ζωή, ενώ ο Διογένης μια απολιτική ζωή.
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Η πολιτική σκέψη του Τζόρτζιο Αγκάμπεν (A’ ΜΕΡΟΣ)
Η πιο ισχυρή φιγούρα για τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν είναι εκείνη του κυνικού Διογένη. Επίσης, ο Μισέλ Φουκώ είχε αναφερθεί στα μαθήματά του σχετικά με το θάρρος της αλήθειας έτσι όπως την υπερασπιζόταν ο Διογένης. Ο κυνικός, με τον «ανιθαγόνο» χαρακτήρα του, είναι το πολιτικό ίζημα του επαναστατικού ακτιβιστή του 19ου ή του 20ού αιώνα. Γενικότερα, έτσι σκέφτονται όλοι εκείνοι που θέλουν να αλλάξουν την πόλη βγάζοντάς την από μια πολιτική κατάσταση η οποία λειτουργεί με προκαθορισμένα σύνορα.
Ο ανιθαγενής είναι πρωτίστως η κεντρική φιγούρα στη σύγχρονη πολιτική σκέψη, για τον Αγκάμπεν, η οποία βέβαια λαμβάνει και άλλες ενσαρκώσεις, όπως οι sans papiers (οι sans papiers αποτελούν νέο όρο στα γαλλικά, ο οποίος δεν υπάρχει ακόμη στα αγγλικά, που σημαίνει ο μετανάστης χωρίς νόμιμο καθεστώς διαμονής). Και γενικότερα οι αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες που βιώνουν τις κυριαρχικές απαγορεύσεις και τους απόλυτους κανόνες. Ο Τζόρτζιο Aγκάμπεν προσπαθεί να επανεξετάσει την πολιτική ως μορφή αδρανοποίησης και απώλειας δικαιωμάτων.
Η φιλοσοφία του είναι αναμφισβήτητα αυτή που κατάφερε να ερμηνεύσει καλύτερα αυτές τις προϋποθέσεις. Αφενός, υπάρχει η μέγιστη απόσταση μεταξύ βίου και ζωής, ανάμεσα δηλαδή στη «γυμνή» και την «πολιτισμένη ζωή». Και, ταυτόχρονα, υπάρχει η τρομερή συγκέντρωση μιας φαντασιακής κυριαρχίας, που εκφράζεται ως δύναμη ζωής αλλά και δύναμη θανάτου σε ολόκληρους τους πληθυσμούς. Εδώ οργανώνεται η δεσπόζουσα και κυρίαρχη «κατασκευαστική» εξουσία. Ο Τζόρτζιο Aγκάμπεν καταπιάνεται με τα πιο ριζοσπαστικά εγχειρήματα αποδόμησης αυτών των κατασκευών (dispositive κατά Μισέλ Φουκώ), αναλύοντας τα ζητήματα και προσεγγίζοντάς τα με τρομερή επιδεξιότητα.
Από τη δεκαετία του ογδόντα, ο Τζόρτζιο Aγκάμπεν υποστήριξε ότι η εναλλακτική λύση δεν είναι μόνο η ιδεολογική αντιστροφή του τρόπου παραγωγής ή η εξατομικευμένη αναζήτηση του νοήματος της ζωής στον καναπέ του ψυχαναλυτή, γιατί έτσι αναζητούμε τα πρόβλημα μέσα από μια επινοημένη λύση, που δεν μας δίνει λύσεις αλλά μας προβληματίζει περισσότερο.
Σήμερα, η ανάλυση των προβλημάτων αποτελούν δημιουργημένες κατασκευές (dispositif) και επίσης έχουν ιδρυματοποιηθεί και έχουν συστηματοποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό κινείται ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, ο οποίος και σαφώς δεν είναι αναρχικός. Αλλά προσπαθεί να δείξει πώς η δομή των τάξεων, η διάκριση μεταξύ κράτους και αγοράς, μεταξύ εξουσίας και αντι-εξουσίας εξαρτάται, ιστορικά, από μια «κατασκευή» η οποία επιδιώκει να κυβερνήσει το ακυβέρνητο. Ή, ακόμη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν διερευνά τις επαφές μεταξύ «ζώνης μέγιστης συμπερίληψης» και «ζώνης μέγιστου αποκλεισμού», στα όρια μεταξύ ολοκλήρωσης και αποκάλυψης. Εκεί όπου υπάρχουν οι φτωχοί, οι σκλάβοι και οι «παραβατικοί».
Αγαθά για όλους και για κανέναν
Αναφορικά με τη λειτουργία των θεσμών και των οργάνων, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν αναγνωρίζει την επιρροή του από το έργο του Yan Thomas, γάλλου φιλόσοφου και εξαιρετικού ερευνητή που ασχολήθηκε με το ρωμαϊκό δίκαιο. Ο Yan Thomas, με απόλυτη σαφήνεια, έχει καταδείξει επιστημονικά ότι η σημερινή λειτουργία του δήμου αντλεί τη μορφή του από τη νομική επιστήμη των Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι απέδιδαν στη λειτουργία του δήμου ένα πολιτικό σύμφωνο που λάμβανε σχεδόν μια θρησκευτική, ιερή και αναπαλλοτρίωτη θέσμιση, όπου το ιδιωτικό και το δημόσιο δίκαιο αναστέλλονται, χάριν του κυρίαρχου. Ο Τζόρτζιο Aγκάμπεν έχει εξετάσει αυτήν τη συνθήκη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, με τον «Homo Sacer». Αλλά το άφησε με την υπόσχεση να το εξετάσει εκ νέου με ακρίβεια.
Στο ρωμαϊκό δίκαιο υπάρχουν ρητές και εφαρμόσιμες διατάξεις που φρόντιζαν την υλικότητα της ύπαρξης, η οποία αποτελεί μια «ζώνη δημόσιας χρήσης». Έτσι, λοιπόν, παρατηρούμε ότι οι πλατείες, τα θέατρα, οι αγορές, οι δρόμοι, η ύδρευση, τα ποτάμια δημιουργούνται και διατίθενται χωρίς οικονομική συμμετοχή των πολιτών και η διαθεσιμότητά τους είναι προς όλους, είναι, με άλλα λόγια, όλα τα παραπάνω προσβάσιμα από τους πολλούς. Για τους Ρωμαίους, όλα τα παραπάνω αποτελούν τη «ζώνη δημόσιας χρήσης», η οποία δεν είχε όνομα και συγκεκριμένη ταυτότητα, ήταν ο «κανένας» (Res nullius), δηλαδή μια κοινωνική προσφορά χωρίς να την παρέχει κάποιος. Η αξία τους δεν εμπίπτει σε νομική διαφορά ούτε συστήνεται με όρους αγοράς. Εδώ ακριβώς ο Τζόρτζιο Aγκάμπεν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει η «επαφή», η «σχέση», μεταξύ της εξουσίας και της πράξης. Η επαφή της χρήσης καθίσταται ένα «πράγμα» κοινό, και σ’ αυτήν τη χρήση το κράτος και η πόλη ασκούσαν την κυβερνησιμότητά τους. Το θέμα είναι εάν αυτός ο χώρος δεν είναι κατάλληλος για κανέναν, πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί από εκείνους που ζουν εκεί, ανεξάρτητα από το ποιοι είναι ή σε ποιον ανήκει; Η απάντηση είναι τελικά απλή: όταν ο χώρος λειτουργεί από μια κοινότητα χρηστών, μπορεί να σχηματίζεται και να μεταρρυθμίζεται μέσα από πολλές διαδικασίες.
Έτσι, φτάνουμε στην καρδιά μιας εμμενούς σκέψης, όπου δεν υπάρχει ποτέ το πριν ή το μετά, χωρίς το ενδιάμεσο, χωρίς την αναγνωρισμένη κατάσταση μιας τωρινής χρήσης και μιας ιστορικής παραδοχής από την κοινότητα. Αυτό αντιστοιχεί σε αυτό που ο Τζόρτζιο Aγκάμπεν ονομάζει «φτωχή εξουσία». Όσο περισσότερο ασκείται μια τέτοια δύναμη (όπως περιγράψαμε παραπάνω με το ρωμαϊκό δίκαιο και τα έργα κοινής χρήσης) καθημερινά τόσο περισσότερο απομακρύνεται η αυθαίρετη δύναμη της εξουσίας, χωρίς όμως να παραιτείται πλήρως από τις υπάρχουσες εξουσίες. Δεν αποφεύγεται βέβαια το κενό, το «αδρανές», δηλαδή εκεί όπου το άτομο παραμένει μόνο με τη σκέψη του, όχι όμως την πράξη του, αλλά ακόμη και τότε το άτομο ζει το παρόν του, τη συγχρονικότητά του, έτσι ώστε η παροντικότητα να γίνεται το μεγάλο στοίχημα.
Η χρήση της γενικής διάνοιας
Η χρήση του σώματος για τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν φαίνεται να απαιτεί τη διαδικασία της διαύγασης (για να θυμηθούμε τον Μπένγιαμιν, όταν μιλούσε για «auratisch») της σκέψης, η οποία είναι εκείνη που βάζει μπροστά τις εξελίξεις και όχι η ιστορία. Για τον Τζόρτζιο Aγκάμπεν γίνεται σαφές ότι η σκέψη εκφράζει μια συλλογική διάνοια και καθιστά το πλήθος συνειδητοποιημένο. Έτσι, λοιπόν, η διάνοια προσλαμβάνει πρακτικές και θεσμικές εξουσίες.
Είναι εκείνο που συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της πολιτικής νεωτερικότητας, από τη Γαλλική μέχρι τη Σοβιετική Επανάσταση, και ίσως να συντελείται ακόμη και σήμερα, αλλά με πιο διακριτικό τρόπο, σύμφωνα με τον Αγκάμπεν. Ο χώρος της κοινότητας είναι ανοικτός και διαθέτει μια μοναδική και μαζική διαίσθηση, με αποτέλεσμα να ωριμάζει η ικανότητα της δημιουργίας. Μια ικανότητα που την είδαμε σε ζητήματα της πολιτικής σκηνής, όπως εκείνα των γυναικών και των εργαζομένων, εκεί όπου οι σύγχρονοι σκλάβοι είναι αποκλεισμένοι από τον δήμο. Μόνο μια τέτοια «επιδρομή» της κοινής χρήσης μπορεί να σπάσει το κρατικό μονοπώλιο, που στην πραγματικότητα αποτελεί παροχή πλούτου, και, παράλληλα, ο κόσμος να αναχωνευτεί σε μια ενιαία τάξη. Επιπλέον, όλο αυτό θα μπορούσε να κατανείμει τις δραστηριότητες που ζούμε: στην αναπαραγωγή, στην εργασία, στις σχέσεις και στη νοημοσύνη.
Σήμερα, οι δραστηριότητες αυτές έχουν παραδοθεί στη διοίκηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών παραγωγής, της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης της αγοράς, ωστόσο παραμένουν στο προσκήνιο, όσο και αν θέλει η εξουσία να αφαιρέσει ένα τμήμα τους ή τη χρήση τους.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ