Η οργή των πολιτών που στενάζουν από την ακρίβεια και οι διεθνείς οίκοι που μιλούν για οικονομία που καλπάζει

Η οργή των πολιτών που στενάζουν από την ακρίβεια και οι διεθνείς οίκοι που μιλούν για οικονομία που καλπάζει

Η εικόνα που παρουσιάζουν οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης και οι «θεσμοί» για την ελληνική οικονομία μοιάζει να ανήκει σε μια διαφορετική πραγματικότητα από αυτή που βιώνουν καθημερινά οι πολίτες.

Από τη μία πλευρά εκθέσεις που κάνουν λόγο για υπεραπόδοση και δημοσιονομική σταθερότητα και από την άλλη μια κοινωνία που δοκιμάζεται από τη διαρκή ακρίβεια, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και την αίσθηση οικονομικής ασφυξίας.

Τα εντυπωσιακά πρωτογενή πλεονάσματα, που φτάνουν το 4,7% για το 2024 και εκτιμώνται στο 4,4% για το 2025, παρουσιάζονται ως απόδειξη επιτυχούς οικονομικής διαχείρισης. Ωστόσο, πίσω από αυτούς τους αριθμούς κρύβεται μια διαφορετική αλήθεια. Η επίτευξή τους δεν στηρίζεται σε μια ισχυρή παραγωγική βάση ή σε μια ουσιαστική ανασυγκρότηση της οικονομίας αλλά κυρίως στην εντατικοποίηση της φορολογικής επιβάρυνσης και στον περιορισμό των δημόσιων δαπανών. Οι έμμεσοι φόροι συνεχίζουν να αποτελούν βασικό εργαλείο αύξησης των εσόδων, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.

Παράλληλα, οι δαπάνες για κρίσιμους τομείς, όπως η Παιδεία και η Υγεία, παραμένουν συγκρατημένες. Το αποτέλεσμα είναι ένα κοινωνικό κράτος που λειτουργεί υπό πίεση, αδυνατώ­ντας να ανταποκριθεί πλήρως στις ανάγκες των πολιτών. Έτσι, η δημοσιονομική πειθαρχία μεταφράζεται σε καθημερινή στενότητα για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Οι διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν ότι η χώρα έχει βελτιώσει τη δημοσιονομική της θέση και εμφανίζεται πιο ανθεκτική σε εξωτερικούς κινδύνους. Ωστόσο, η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν αποτυπώνει την επιβάρυνση που έχει μετακυλιστεί στα νοικοκυριά. Η πραγματικότητα είναι ότι το διαθέσιμο εισόδημα πολλών πολιτών έχει συρρικνωθεί, ενώ το κόστος ζωής αυξάνεται με ταχύτερους ρυθμούς.

Την ίδια στιγμή, οι ίδιες εκθέσεις που επαινούν τη δημοσιονομική πορεία της χώρας εκφράζουν ανησυχίες για το μέλλον. Η ανάπτυξη που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει προσωρινό χαρακτήρα, καθώς στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εξωτερικούς πόρους, όπως τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Όταν αυτά μειωθούν, η ελληνική οικονομία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με σημαντική επιβράδυνση. Οι προβλέψεις για ρυθμούς ανάπτυξης κοντά στο 1,5% – 1,75% τα επόμενα χρόνια ενισχύουν αυτήν την ανησυχία.

Επιπλέον, τα διαρθρωτικά προβλήματα παραμένουν άλυτα. Η χαμηλή παραγωγικότητα, η περιορισμένη καινοτομία και η εξάρτηση από συγκεκριμένους τομείς, όπως ο τουρισμός και η αγορά ακινήτων, δημιουργούν ένα εύθραυστο οικονομικό μοντέλο. Η έλλειψη ουσιαστικών κινήτρων για την ενίσχυση της εργασίας και των επενδύσεων σε παραγωγικούς τομείς δυσχεραίνει τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο.

Οι συστάσεις των διεθνών οργανισμών για μεταρρυθμίσεις αποκαλύπτουν ότι το λεγόμενο «ελληνικό θαύμα» δεν έχει ακόμη σταθερά θεμέλια. Αντίθετα, η επιμονή στη δημιουργία υψηλών πλεονασμάτων ενδέχεται να εγκλωβίσει τη χώρα σε έναν φαύλο κύκλο λιτότητας και χαμηλής ανάπτυξης. Η προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του χρέους και στη διατήρηση θετικών αξιολογήσεων φαίνεται να υπερισχύει της ανάγκης για ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Συνολικά, η αντίφαση μεταξύ των «θετικών» οικονομικών δεικτών και της κοινωνικής πραγματικότητας γίνεται όλο και πιο εμφανής. Οι αριθμοί μπορεί να ευημερούν, αλλά η καθημερινότητα πολλών πολιτών αποτυπώνει μια διαφορετική εικόνα, αυτή της διαρκούς πίεσης, της αβεβαιότητας και της περιορισμένης προοπτικής. Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο μια οικονομική πολιτική που δίνει έμφαση στους δείκτες και όχι στην κοινωνική ευημερία μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά επιτυχημένη.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ