Η κοινωνία πρέπει να μπει πρώτα στη φυλακή και μετά ο 16χρονος

Η κοινωνία πρέπει να μπει πρώτα στη φυλακή και μετά ο 16χρονος

Ακούσαμε με φρίκη τις προηγούμενες μέρες ότι ένα παιδί μόλις 16 ετών δολοφόνησε στις Σέρρες, εν ψυχρώ, με μελετημένα, χειρουργικά χτυπήματα, τα οποία είχε μάθει σε σεμινάρια πολεμικών τεχνών που παρακολουθούσε, έναν 17χρονο, για… τα μάτια μίας κοπέλας.

Εκ πρώτης όψεως, θα μιλούσαμε για τον κακό δρόμο που έχουν πάρει τα παιδιά, για τα αγρίμια που μεγαλώνουμε, για τα… μαθήματα ξυλοδαρμού και βίας που παίρνουν… δωρεάν από το διαδίκτυο κ.λπ.

Όμως, η προσέγγιση του θέματος, η θλιβερή ιστορία αυτού του παιδιού, η αδικία που βιώνει από τότε που κατάλαβε τον εαυτό του και ο κοινωνικός αποκλεισμός που υφίσταται από την κοινωνία της υποκρισίας που έχουμε διαμορφώσει θα μας άλλαζαν γνώμη. Γιατί ο νεαρός δολοφόνος δεν σκότωσε τον 17χρονο, σκότωσε τον κοινωνικό αποκλεισμό που βιώνει, χωρίς να τον αξίζει, χωρίς να τον έχει επιδιώξει, χωρίς να τον έχει προκαλέσει. Σκότωσε την αδιαφορία ενός παράλυτου κράτους, που είναι εγκλωβισμένο μεταξύ γραφειοκρατίας και ανεπάρκειας. Σκότωσε την αδράνεια και την καχυποψία του διπλανού, του συνομηλίκου που τον αντιμετώπιζε ως παρία, ως απόβλητο και τον πετούσε σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι. Ναι, ο 16χρονος σκότωσε, αλλά δεν σκότωσε το παιδί που βρέθηκε μπροστά του, το οποίο διεκδίκησε την κοπέλα που ήθελε. Σκότωσε το σύστημα που από πολύ μικρό τον είχε στοχοποιήσει, τον είχε σημαδέψει, που τον έκανε να πιστέψει πως ήθελε να τον ξεφορτωθεί.

Ο νεαρός φονιάς ήταν ένα παιδί χωρίς οικογένεια. Ένα παιδί που είχε την ατυχία να μην έχει σωστούς γονείς, καθώς και οι δύο είχαν πέσει στα ναρκωτικά. Άνθρωποι εθισμένοι που δεν κοιτούσαν πώς θα μεγαλώσει το παιδί τους, αλλά πώς θα εξασφαλίσουν τη δόση τους. Το παιδί αυτό μεγάλωσε σε άθλιες συνθήκες. Πολλές φορές κοιμήθηκε νηστικό, τα τελευταία χρόνια στο σπίτι του δεν υπήρχε ρεύμα και νερό, ένα παλικαράκι 15 χρονών, εν έτει 2025, ζούσε σε πρωτόγονες καταστάσεις, με σπαρματσέτα και κεριά.

Οι συνθήκες στις οποίες μεγάλωνε, η απουσία οικογενειακού πλαισίου, η έλλειψη συνοχής και ενδιαφέροντος, το οδήγησαν από νωρίς στην παραβατικότητα.

Μα, ένα παιδί που δεν έχει να πάρει παπούτσια, που δεν έχει να ντυθεί, να πάρει ένα παγωτό, ένα σουβλάκι, πού θα οδηγηθεί; Όταν βλέπει τους άλλους να τα έχουν όλα και αυτό να μην έχει τίποτα, τι θα κάνει; Θα γίνει Γαβριάς, θα κλέψει, θα αρπάξει κάτι για να φάει… Αυτό έκανε ο 16χρονος. Και βρέθηκε στο κρατητήριο, έγινε σεσημασμένος, δακτυλοδεικτούμενος.

Εδώ μπαίνει στο κάδρο το κράτος. Γιατί από την ηλικία των 12 χρόνων είχε γνωρίσει τον μετέπειτα δολοφόνο. Και τι έκανε για να μην οδηγηθεί στο χειρότερο για να μη γίνει φονιάς; Απολύτως τίποτα. Αν δεν υπήρχαν νόμοι, δομές, προϋποθέσεις για να ενταχθεί αυτό το παιδί στην κοινωνία, θα λέγαμε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα και θα συμβιβαζόμασταν με αυτό. Αλλά και νομοθεσία υπάρχει και δομές και συγκεκριμένη διαδικασία για να αντιμετωπίζονται τέτοιες καταστάσεις.

Αλλά όλα… κόλλησαν στη γραφειοκρατία, στην ευθυνοφοβία ή, καλύτερα, στην ανεπάρκεια των κρατικών λειτουργών. Γιατί οι συγγενείς των γονέων ζήτησαν να πάρουν την επιμέλεια του παιδιού, αφού οι γονείς δεν μπορούσαν. Η δομή το «Χαμόγελο του Παιδιού» ήταν διατεθειμένη να το δεχθεί, γιατί εγκαίρως είχε ειδοποιηθεί για την προβληματική οικογένεια. Η Δικαιοσύνη, όμως, άφησε το παιδί να συνεχίσει να ζει στην οικογένειά του. Δεν δέχθηκε τίποτα.

Και ο νεαρός συνέχισε να ανεβαίνει την… ανηφόρα της ζωής του. Με οξυμμένα πλέον τα προβλήματα, αφού έμπαινε στην εφηβεία και η κατάσταση στην οικογένεια χειροτέρευε.

Η μητέρα στον κόσμο της, ο πατέρας πέθανε και το παιδί, αποκομμένο, μόνο, χωρίς στήριξη, χωρίς τα απαραίτητα για να ζήσει, χωρίς οικογενειακή θαλπωρή, αγάπη, κατανόηση, ασφάλεια, αισθανόταν πως η κοινωνία το μισεί, δεν το θέλει, το τιμωρεί επειδή υπάρχει.

Και άρχισε να μαθαίνει πολεμικές τέχνες, να προπονείται, να ετοιμάζεται να δώσει το τελειωτικό χτύπημα σε εκείνους που δεν τον θέλουν, στην κοινωνία που το διώχνει, στους εχθρούς που βλέπει γύρω του.

Και όταν έφτασε η ώρα, γιατί αν δεν ήταν προχθές, θα ήταν αύριο ή μεθαύριο, δηλαδή, κάποτε θα έφτανε, το παιδί αυτό, που κουβαλούσε τόση πίκρα, τόσο μίσος, τέτοιο παράπονο για τις αδικίες που βίωνε, ξέσπασε. Και χτύπησε στο πρόσωπο του νεαρού που θεώρησε ότι απειλούσε να του στερήσει την κοπέλα που ήθελε. Με όλη τη δύναμη που του έδινε η αδικία που αισθανόταν, το μίσος που συγκέντρωνε για την κοινωνία που δεν το ήθελε, την απέχθεια που ένιωθε για την κοινωνία που το κυνηγούσε.

Ο άτυχος 17χρονος πλήρωσε για όλους. Χωρίς να φταίει, χωρίς να ξέρει, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί τον χτυπούσε με τόσο μένος ο αντίπαλός του.

Το αποτέλεσμα ήταν να χαθούν δύο παιδιά. Το ένα στο χώμα και το άλλο στη φυλακή. Η στρεβλή, η απάνθρωπη, η τραγική κοινωνία που δημιουργήσαμε, από τη μία, και το παράλυτο, το ανύπαρκτο, το εξωφρενικό κράτος, από την άλλη, στέρησαν τη ζωή από δύο παιδιά. Και αν το 16χρονο είχε τις αιτίες για να φτάσει στο έγκλημα, ο 17χρονος γιατί να χαθεί; Πού έφταιξε; Γιατί να πληρώσει για τα κρίματα της σάπιας κοινωνίας και του ανύπαρκτου κράτους;

Αυτούς τους γονείς τους σκέφτηκε κανένας; Προσπάθησε να έρθει στην τραγική τους θέση, που μεγάλωσαν ένα παλικάρι για να το χάσουν ξαφνικά, χωρίς λόγο και αιτία, λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι τους;

Αλλά είπαμε: Από ένα κράτος που υφίσταται μόνο στον χάρτη, από μια κοινωνία τόσο ρυπαρή και τόσο σάπια τι μπορούμε να περιμένουμε;

Γιατί και την ώρα που γινόταν ο καβγάς, όταν τα δολοφονικά χτυπήματα έπεφταν βροχή, υπήρχαν… θεατές, που δεν παρενέβησαν, γιατί δεν θέλησαν να… μπλέξουν. Αν ήταν δικά τους παιδιά, όμως, θα έτρεχαν, θα προσπαθούσαν να τα χωρίσουν, για να μην πάθουν κακό. Για τα παιδιά των άλλων, όμως, δεν τους ένοιαξε. Τα άφησαν να σκοτωθούν. Γιατί ξέρουν πως κανείς δεν θα νοιαστεί και για τα δικά τους σε ανάλογη περίπτωση. Αυτός είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας. Αυτοί είμαστε. Και όσα περνάμε είναι αποτέλεσμα των δικών μας επιλογών και απολήξεων.

Η σάπια κοινωνία και το ανύπαρκτο κράτος αποτελούν ένα θλιβερό και επικίνδυνο μείγμα, το οποίο διαμορφώσαμε για να ζήσουμε. Φαίνεται, όμως, ότι μας πέφτει τόσο βαρύ, τόσο αποτρόπαιο, που δεν θέλουμε να το… χαρούμε για πολύ. Γι’ αυτό φροντίζουμε να… αραιώνουμε νωρίς νωρίς, πριν προλάβουμε να μεγαλώσουμε. Από 16 και 17 χρονών…

ΤΟ ΠΑΡΟΝ