Η ευλογιά των προβάτων απειλεί σοβαρά και τη φέτα

Η ευλογιά των προβάτων απειλεί σοβαρά και τη φέτα

ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΟΙ ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΥΝ ΑΛΜΑΤΑ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

–Η μείωση των κοπαδιών θα προκαλέσει έλλειψη της πρώτης ύλης για την παραγωγή της, γεγονός που θα επιφέρει αύξηση της τιμής και ενδεχομένως και υποβάθμιση της ποιότητας λόγω νόθευσης του γάλακτος

Εθνικό επιδόρπιο, συνοδευτικό, ή όπως αλλιώς θέλετε να το πείτε, για τη φυλή μας φαίνεται ότι είναι η φέτα. Είναι το παραδοσιακό γαλακτοκομικό προϊόν που δεν λείπει ποτέ από το τραπέζι μας.

Διάβαστε επίσης: Ευλογιά: 8 προτάσεις Ομαδας Εργασίας κι επίσημα στοιχεία έως και Σεπτέμβριο

Είτε σκέτη, ως τυρί που συνοδεύει το γεύμα μας, είτε ως συστατικό της χωριάτικη σαλάτας, είτε ως τυρόπιτα, είτε ως ψητή, βρίσκουμε πάντα τον τρόπο να την περιλάβουμε σε κάθε γεύμα μας, κανονικό ή πρόχειρο.

Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από το γεγονός ότι, παρόλο που η τιμή της έχει αυξηθεί θεαματικά τα δύο τελευταία χρόνια, αφού από τα 9,5 ευρώ το κιλό που ήταν… πέταξε στα 11,50 ή και στα 12 ευρώ, οι πωλήσεις έχουν αυξηθεί, ενώ τα στοιχεία δείχνουν αυξητική τάση και για τα επόμενα χρόνια. Και μιλάμε για την εσωτερική αγορά και αποκλειστικά για τις πωλήσεις που γίνονται στα σούπερ μάρκετ.

Παράλληλα, όμως, έχουν εκτοξευθεί και οι εξαγωγές, αφού η φέτα κατακτά τις ξένες αγορές και ιδιαίτερα την αγορά των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Ιταλίας, παρόλο που και οι Ιταλοί έχουν παράδοση στα τυριά. Αυτό, όμως, είναι πρόσθετο πλεονέκτημα για τη φέτα, γιατί από τη στιγμή που ένας λαός με κουλτούρα στο τυρί τη βάζει στο τραπέζι του, και μάλιστα σε περίοπτη θέση, σημαίνει ότι είναι όντως ποιοτικό τυρί και έχει τις προδιαγραφές για λαμπρή πορεία στις ξένες αγορές.

Για τον λόγο αυτό η φέτα θεωρείται η… ατμομηχανή της εγχώριας αιγοπροβατοτροφίας, αφού είναι το προϊόν που φέρνει λεφτά στον κλάδο και ουσιαστικά τον συντηρεί, κυρίως λόγω της διείσδυσης που έχει στις μεγάλες αγορές του εξωτερικού. Γιατί στα κίτρινα τυριά και τσις γραβιέρες ο ανταγωνισμός με Ιταλία, Ολλανδία, Βέλγιο κ.λπ. είναι εναντίον μας, όπως και στο κρέας, όχι όμως λόγω ποιότητας, αλλά λόγω ποσότητας. Αν μπορούσαμε να έχουμε μεγαλύτερη παραγωγή θα ήμασταν ανταγωνιστικοί και σε αυτά τα προϊόντα, γιατί θα μπορούσαμε να την οργανώσουμε καλύτερα, για να έχει χαμηλό κόστος και κατά συνέπεια ανταγωνιστική τιμή στο ράφι.

Η φέτα έχει επιβληθεί, όχι επειδή παράγεται σε μεγάλες ποσότητες, αλλά επειδή είναι μοναδική, αφού δεν την παράγει κανένα άλλο κράτος. Δεν έχει ανταγωνισμό και… παίζει μόνη της στα ράφια. Δεν είναι όπως τα κίτρινα τυριά ή οι γραβιέρες, που τα παράγουν όλες οι χώρες…

Το πρόβλημα, τώρα, είναι πώς θα διατηρηθεί αλώβητο το προϊόν, με τα προβλήματα που προκαλεί η ευλογιά των προβάτων.

Γιατί το ένα τρίτο του ζωικού κεφαλαίου των αιγοπροβάτων, από το γάλα των οποίων αποκλειστικά παράγεται η φέτα, έχει θανατωθεί. Τα κοπάδια της Πελοποννήσου και της Κρήτης είναι πλέον τα μόνα ανεπηρέαστα από τη νόσο, αλλά η α­ντικατάσταση των κοπαδιών που εξοντώθηκαν θέλει χρόνο για να γίνει και μέχρι τα νέα ζώα να γίνουν παραγωγικά και να φθάσουν στα στάνταρ καταγωγής των προηγούμενων, η πρώτη ύλη, το γάλα δηλαδή που απαιτείται για την παραγωγή φέτας, δεν θα επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση. Αυτός είναι ο φόβος των παραγωγών αλλά και των ειδικευμένων στελεχών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, που εκτιμούν ότι η έλλειψη γάλακτος θα οδηγήσει σε δυσθεώρητα ύψη την τιμή της φέτας, με αποτέλεσμα να χάσει την πρωτεύουσα θέση που έχει στα ράφια των εγχώριων αλλά και των ξένων σημείων πώλησης.

Για τον λόγο αυτό εξετάζονται τρόποι εξεύρεσης αιγοπρόβειου γάλακτος ακόμα και μέσω εισαγωγών από γειτονικές χώρες, αλλά σε αυτήν την περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να προέρχεται από ζώα που έχουν προσβληθεί από ευλογιά και δεν έχουν δηλωθεί γιατί οι γειτονικές μας χώρες, πλην της Βουλγαρίας, είναι εκτός ΕΕ και δεν ισχύουν σε αυτές οι κανονισμοί που ισχύουν στη χώρα μας, που είναι ευθυγραμμισμένοι με εκείνους των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών.

Ένας άλλος κίνδυνος που ελλοχεύει είναι μήπως κάποιοι παραγωγοί ή βιομηχανίες γαλακτοκομικών προϊόντων νοθεύσουν το αιγοπρόβειο γάλα με αγελαδινό, για να μην υποχρεωθούν να μειώσουν την παραγωγή τους. Σε αυτήν την περίπτωση, όμως, δεν θα έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα και θα πέσει η ποιότητα του προϊόντος, που αντί για φέτα θα είναι λευκό τυρί.

Σίγουρα είμαστε μπροστά σε μια πολύ δύσκολη συνθήκη, ενώπιον ενός δυσεπίλυτου προβλήματος, που αυτήν τη στιγμή τουλάχιστον δεν φαίνεται να αντιμετωπίζεται.

Γίνονται, πάντως, συσκέψεις παραγόντων του υπουργείου με πολλούς παραγωγούς και συνεταιρισμούς και εξετάζονται οι πιθανές λύσεις ή οι προοπτικές που υπάρχουν.

Στόχος είναι να διατηρηθεί στο υψηλό επίπεδο, που είναι σήμερα η ποιότητα του προϊόντος και να ξεπεραστεί το πρόβλημα με τις λιγότερες δυνατές απώλειες.

Για να επιστρέψουμε στα σημερινά δεδομένα της φέτας και την αύξηση των πωλήσεων, να σημειώσουμε ότι η εξήγηση που δίνουν οι παράγοντες της αγοράς είναι ότι διευκολύνθηκαν οι καταναλωτές με τη διάθεση της τυποποιημένης φέτας σε συσκευασίες συγκεκριμένου βάρους, γιατί παίρνουν την ποσότητα που θέλουν όποτε θέλουν, τη μεταφέρουν εύκολα και δεν έχουν τους περιορισμούς ενός χύμα προϊό­ντος. Άλλωστε, η άνοδος των πωλήσεων της συσκευασμένης φέτας αυτό δείχνει.

Το πρώτο εξάμηνο του 2025, οι πωλήσεις φέτας αυξήθηκαν κατά 2,5% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα.
Το 2024 μπορεί η συνολική αγορά φέτας να έμεινε σχεδόν αμετάβλητη σε αξία σε σχέση με το 2023, στα 259 εκατ. ευρώ, ενώ η χύμα εμφάνισε μείωση κατά 2,8% (στα 179 εκατ. ευρώ οι πωλήσεις της) και η τυποποιημένη αυξήθηκε κατά 7,1% (79,7 εκατ. ευρώ). Η τάση συνεχίστηκε και στο πρώτο εξάμηνο του 2025, με τη φέτα στον πάγκο να πέφτει κατά 1,9% και αυτήν στο ράφι του ψυγείου να ανεβαίνει κατά 7,2%.

Αντίστοιχα, στους όγκους η χύμα φέτα έχασε το 2024 μερίδιο στο σύνολο κατά 0,4%, με την τυποποιημένη να τρέχει με διψήφια άνοδο (10,1%), ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι πωλήσεις της χύμα φέτας είχαν οριακή άνοδο (0,5%) και της τυποποιημένης σημαντική βελτίωση, της τάξης του 8,1%.

Διαβάστε επίσης: Ο κόσμος πάντα στη γωνία και στην… αγωνία

Σύμφωνα με τα στελέχη της αγοράς, πρόκειται για μια τάση που έχει εμφανιστεί εδώ και χρόνια και αναμένεται να συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα. Κύριοι λόγοι είναι οι αλλαγές των καταναλωτικών συνηθειών των Ελλήνων. Πέρα από τη στροφή αρκετών καταναλωτών σε τυποποιημένα προϊόντα, για λόγους ευκολίας, υγιεινής και καλύτερης συ­ντήρησης, πλέον έ­χουμε μικρότερα νοικοκυριά, που δεν καταναλώνουν μεγάλες ποσότητας φέτας, ή ανθρώπους με περιορισμένο εισόδημα, που δεν θέλουν να έχουν εκπλήξεις στον πά­γκο, του τύπου «βγήκε 200 γραμμάρια παραπάνω, να τα αφήσω;».

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, λόγω μικρότερων μεγεθών και κόστους τυποποίησης και μεταφοράς, η μέση τιμή της συσκευασμένη φέτας είναι σημα­ντικά μεγαλύτερη από αυτήν στον πάγκο των τυριών. Συγκεκριμέ­να, φέτος τον Ιούνιο, η μέση τιμή της τυποποιημένης διαμορφώθηκε στα 12 ευρώ, όταν η χύμα το ίδιο διάστημα ήταν στα 10,58 ευρώ.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ