
Η εκλογή Μαμντάνι και η… Κίμπερλι – Του Ν. Στραβελάκη
–Σκέψεις με αφορμή μια εκλογική νίκη και μια… ομιλία στα μπουζούκια

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Λίγες ώρες μετά την ομιλία της νέας αμερικανίδας πρέσβεως Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην πίστα του γνωστού μπουζουξίδικου «Κέντρο Αθηνών», η Νέα Υόρκη ψήφισε για δήμαρχο. Η εικόνα της βλαχομπαρόκ πρέσβεως και των θλιβερών συνδαιτημόνων της σαρώθηκε από τη λαϊκή ετυμηγορία στη μεγαλύτερη πόλη των ΗΠΑ. Ένας σχεδόν άγνωστος βουλευτής της πολιτειακής βουλής της Νέας Υόρκης, ο Ζοχράν Μαμντάνι επικράτησε επί του πρώην κυβερνήτη της πολιτείας και προβεβλημένου στελέχους του Δημοκρατικού Κόμματος Μάριο Κουόμο και του Ρεπουμπλικάνου Κέρτις Σίβα.
Η εκλογή του Μαμντάνι είναι μια προσωπική ήττα για τον Τραμπ και για τον τραμπισμό συνολικότερα. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι ο Μαμντάνι αντιπροσωπεύει ό,τι πολεμάει ο Τραμπ από τη σημερινή Αμερική. Είναι μετανάστης γεννημένος στην Ουγκάντα, που εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ το 1998, σε ηλικία 7 ετών, ενώ έλαβε την αμερικανική υπηκοότητα μόλις το 2018. Μαθήτευσε στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα των ΗΠΑ (σε γυμνάσιο του Μπρονξ), ενώ διαθέτει μόνο κολεγιακό πτυχίο (στις Αφρικανικές Σπουδές από το κολλέγιο Μπόλντγουιν στην πολιτεία του Μέιν). Το Μπόλντγουιν είναι ένα πολύ καλό σχολείο, όμως ειδικεύεται στις κοινωνικές επιστήμες, χωρίς να επιδιώκει την εξειδίκευση των αποφοίτων του, ώστε να ακολουθήσουν κάποια καριέρα. Σε αυτό το πνεύμα, ο Μαμντάνι δούλεψε, πριν εκλεγεί πολιτειακός βουλευτής, ως σύμβουλος αποτροπής εξώσεων, διαπραγματευόμενος με τις τράπεζες διακανονισμούς οφειλετών που κινδύνευαν να χάσουν τη στέγη τους. Τέλος, δηλώνει «σοσιαλιστής-δημοκράτης» και είναι και μουσουλμάνος.
Αυτοί ήταν οι βασικοί λόγοι που ο Τραμπ έδωσε προσωπικό αγώνα για να μην εκλεγεί ο Μαμντάνι, απειλώντας του Νεοϋορκέζους ότι θα τους κόψει τα ομοσπονδιακά χρήματα, έργα υποδομών και ενισχύσεις. Αλλά ακόμη και μετά την εκλογή του Μαμντάνι, σε μια από τις μαζικότερες δημοτικές εκλογές στην ιστορία της πόλης, δήλωσε ότι θα αποχωρήσει από τη Νέα Υόρκη, όπου διαθέτει σημαντική ακίνητη περιουσία, διότι είναι «κομμουνιστική πολιτεία».
Η ήττα του Τραμπ, πέραν πάσης αμφιβολίας, είναι κάτι θετικό. Βέβαια, κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει αν η θητεία Μαμντάνι θα βελτιώσει τις ζωές των εργατών και των κατώτερων εισοδηματικών στρωμάτων στη Νέα Υόρκη. Παρ’ όλα αυτά, η εκλογή του ανέδειξε κάτι σημαντικό. Σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας αλλά και τη βραδιά της νίκης του, ο Μαμντάνι μίλησε για το πρόβλημα της στέγης και των εξώσεων που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι της πόλης, για τις φοροαπαλλαγές στους πλούσιους, ενώ υποσχέθηκε συμπόρευση με τα συνδικάτα για την προστασία της εργασίας και την επαναφορά των εργασιακών σχέσεων. Πρόκειται για μια ατζέντα που από τη μια εξηγεί την οργή του Τραμπ, αλλά από την άλλη μας κάνει να αναλογιστούμε ότι η δημοκρατική αντίπαλός του, Κάμαλα Χάρις, στις προεδρικές εκλογές ούτε που τόλμησε να ψελλίσει τέτοια ζητήματα. Μήπως αυτός είναι ο λόγος που η κ. Χάρις έχασε μετ’ επαίνων και όχι η «συντηρητικοποίηση της αμερικανικής κοινωνίας»;
Το εξοργιστικό είναι ότι την ατζέντα αυτή δεν τολμούν να αναφέρουν ούτε τα σοσιαλδημοκρατικά, πράσινα και ριζοσπαστικά κόμματα στην Ευρώπη. Η Νέα Υόρκη έδειξε πως, αντίθετα με ό,τι νομίζουν πολλοί, η ριζοσπαστική ατζέντα αγγίζει και κινητοποιεί τον κόσμο της εργασίας. Με δύο λόγια, οι κοινωνίες δεν έχουν συντηρητικοποιηθεί, όπως λέγεται δεξιά και αριστερά, οδηγώντας είτε σε διαχειριστικές πολιτικές προτάσεις είτε σε πολιτικές αναχωρητισμού από την πλευρά της Αριστεράς.
Πρόκειται για μια συζήτηση που αναπαράγεται και στην ελληνική Αριστερά, και μάλιστα τώρα που παρουσιάζονται ρωγμές στο κατεστημένο κομματικό σύστημα. Οι μισοί πιστεύουν ότι πρέπει να κρατούν μικρό καλάθι για να μην ξεκοπούν από τον κόσμο και την κυβερνησιμότητα, ενώ οι άλλοι μισοί ξορκίζουν τα άμεσα αιτήματα και την αναδιανεμητική ατζέντα ως «δούρειο ίππο» του κυβερνητισμού και του συμβιβασμού. Πρόκειται για δύο εξίσου αδιέξοδες πολιτικές γραμμές. Η πρώτη βοηθά τον αποκλεισμό της εργατικής τάξης από την πολιτική, αφού για τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη ζωή του κόσμου της εργασίας καλλιεργεί την άποψη «όλοι τα ίδια λένε». Η δεύτερη παραπέμπει τις διεκδικήσεις και τις λύσεις σε μελλοντικές συγκρούσεις που θα ανατρέψουν το καπιταλισμό, χωρίς να εξηγεί πώς θα φτάσουμε σε αυτές. Από τη σκοπιά αυτή, η εκλογική επιτυχία του Μαμντάνι δείχνει έναν άλλο δρόμο, ανεξάρτητα από το εάν θα φανεί αντάξιος των προσδοκιών που γέννησε.