Σε εποχές μεγαλύτερης και ουσιαστικότερης ζύμωσης, τότε που τα εθνικά διακυβεύματα ήταν περισσότερο σημαντικά, στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης και σύνθεσης ενός καινούριου εθνικού μέλλοντος, ο τροχός της Ιστορίας κατέγραψε… στροφές με διαχρονική χρησιμότητα, που μετέφρασαν αντικειμενικές κοινωνικές πραγματικότητες και λειτουργούν έκτοτε ως υπενθύμιση και οδηγός, τουλάχιστον για εκείνους που κατανοούν τη χρησιμότητα να μην… αυταπατώνται.
Στις πρώτες απαρχές του 2000, στον πρόλογο της πρώτης δεκαετίας ενός καινούριου αιώνα, το καθεστώς Σημίτη, το οποίο… περιέργως είχε κερδίσει μια δεύτερη τετραετία νομής της εξουσίας, μετά τις… ανεξήγητες εκλογές εκείνου του Απριλίου, το σύστημα του τότε καταλληλότερου, όπως τον είχαν αναγορεύσει οι δημοσκοπικές εταιρείες –σε ένα εύρημα επιστημονικά χιουμοριστικό και πολιτικά εξοργιστικό, καθώς δεν σεργιάνιζε σε καμία άλλη χώρα του λεγόμενου «Δυτικού Κόσμου»–, διέρρηξε τις σχέσεις του με το σώμα της Εκκλησίας. Με τον μετέπειτα μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, ο οποίος πρωταγωνίστησε στη διοργάνωση των μεγαλύτερων συλλαλητηρίων στον τόπο, στην εποχή της Μεταπολίτευσης, μέχρι το ογκώδες και θορυβώδες συλλαλητήριο για την εθνική τραγωδία των Τεμπών.
Τότε, η ορολογία που επιστρατεύθηκε για να περιγράψει με σαφήνεια, πιστότητα και ορθότητα τη μετατόπιση της κοινωνικής και στη συνέχεια της εκλογικής συμπεριφοράς του λεγόμενου «κόμματος της Εκκλησίας» ήταν… «η Δεξιά του Κυρίου». Στις εκλογές της 7ης Μαρτίου του 2004, όταν ο Κώστας Καραμανλής γκρέμισε το διεφθαρμένο σύστημα Σημίτη, συγκεντρώνοντας τη μεγαλύτερη κοινωνική πλειοψηφία που έχει διαμορφωθεί στην ιστορία του τόπου, με 3,5 εκατ. ψηφοφόρους, στη συνάντηση που είχε στο Μέγαρο Μαξίμου με τον νέο πρωθυπουργό, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε διαπιστώσει ότι «οι καταστάσεις αλλάζουν».
Δύο δεκαετίες μετά τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, και ενώ η Εκκλησία ήταν θλιβερά απούσα την περίοδο της εθνικής καταστροφής των Μνημονίων, όταν και περιορίστηκε σε… συσσίτια, η κοινωνική οργή που καταγράφεται και οι συνθήκες ραγδαίας ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού, στο πλαίσιο της τάσης της κοινωνίας για πολιτική αλλαγή, επαναφέρουν το «κόμμα της Εκκλησίας» σε πρώτο πλάνο.
Με αφετηρία την ακατανόητη επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη για τον γάμο των ομοφυλόφιλων, που ήρθε σε συνέχεια της… περίεργης συμπεριφοράς απέναντι στην Εκκλησία την επώδυνη περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού, η «Δεξιά του Κυρίου» επανέρχεται με θόρυβο, σε επίπεδο παρέμβασης και διαμόρφωσης των καινούριων συσχετισμών.
Η εμφανής αδυναμία των κομμάτων με πολιτική καταγωγή το Κέντρο και την Αριστερά να προβάλουν ως αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις, έχει στρέψει πλειοψηφικά κοινωνικά ρεύματα στον χώρο της Δεξιάς και της Κεντροδεξιάς, εκεί όπου η Εκκλησία διατηρεί προνομιακή υπεροχή, ως αδιαμεσολάβητος και ειλικρινής συνομιλητής πλατιών κοινωνικών στρωμάτων. Το υπό ίδρυση κόμμα του Αντώνη Σαμαρά αλλά και η ανεξάρτητη προσπάθεια της Μαρίας Καρυστιανού είναι οι δύο χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις εκλογικών δεξαμενών στις οποίες στρέφονται πολίτες με ισχυρά ταυτοτικά χαρακτηριστικά. Και το μεγάλο και δισεπίλυτο πρόβλημα για τη σημερινή εκδοχή της Νέας Δημοκρατίας είναι ότι οι πολίτες πριν το 2023, με έμφαση στις εκλογές του 2019, είχαν στηρίξει την ιστορική παράταξη της Κεντροδεξιάς, την οποία ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Η «Δεξιά του Κυρίου» είναι εκείνη που, αναπόφευκτα, με την εκλογική συμπεριφορά και επιλογή της, θα έχει επιδραστικό ρόλο στον… επόμενο πρωθυπουργό. Στο ποιο δηλαδή θα είναι το πρόσωπο που θα επιλεγεί να ηγηθεί μιας μετεκλογικής κυβέρνησης συνεργασίας με κορμό τη Νέα Δημοκρατία, από τη στιγμή που καμιά άλλη πολιτική δύναμη δεν αποδέχεται τον Κυριάκο Μητσοτάκη, οδηγώντας έτσι σε ολοκλήρωση του κύκλου του σημερινού πρωθυπουργού στην εξουσία, ύστερα από μια αυτοδύναμη και ανεμπόδιστη επταετία.
Στις πολιτικές εξελίξεις καθ’ οδόν προς τις εκλογές αλλά και την επόμενη μέρα, θα πρέπει να αθροίσει κανείς και τις παράλληλες εξελίξεις σε εκκλησιαστικό επίπεδο. Η διαδοχή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου έχει ήδη… πυροδοτηθεί σε επίκεντρο παρασκηνίου, με τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο και τον Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας κ. Γαβριήλ να ηγούνται των δύο πόλων και στρατοπέδων. Αμφότεροι με διακριτές σχέσεις με το πολιτικό και οικονομικό σύστημα του τόπου, που αναπόφευκτα τους καθιστούν διακριτούς πρωταγωνιστές για την επόμενη μέρα, μετά την πτώση της αυλαίας για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Φωτό: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI