Η απόφαση του Αρείου Πάγου για τον «νόμο Κατσέλη», οι δανειολήπτες ελβετικού φράγκου και η αστική δημοκρατία – Του Ν. Στραβελάκη

Η απόφαση του Αρείου Πάγου για τον «νόμο Κατσέλη», οι δανειολήπτες ελβετικού φράγκου και η αστική δημοκρατία – Του Ν. Στραβελάκη

–Σκέψεις για μια συμπεριληπτική κοινωνία


Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Η απόφαση του Αρείου Πάγου για τις τοκοχρεολυτικές δόσεις δανείων που έχουν υπαχθεί στον «νόμο Κατσέλη» αλλάζει σημαντικά το τοπίο για τα «κόκκινα δάνεια» συνολικά. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι τόκοι των χρεολυτικών δόσεων δεν θα πρέπει να υπολογίζονται επί της συνολικής οφειλής αλλά επί του ποσού της δόσης.

Για παράδειγμα, ένα δάνειο με υπόλοιπο 100.000 ευρώ και αποπληρωμή σε μία δεκαετία, με σταθερό επιτόκιο 3% (τα νούμερα τυχαία), μέχρι τώρα είχε μηνιαία δόση 965 ευρώ. Μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου η μηνιαία δόση θα είναι περίπου 835 ευρώ ([100.000 / 120] x [1+0,03/12]). Εάν, μάλιστα, η διαφορά των 130 ευρώ πιστωθεί στον δανειολήπτη αναδρομικά, αυτό θα σημάνει ότι μπορεί να μεταβληθεί η ενημερότητα του δανείου και να εγερθούν απαιτήσεις από δανειολήπτες των οποίων τα σπίτια έχουν βγει στο σφυρί. Όλα αυτά, βέβαια, θα εξαρτηθούν από τη διατύπωση του πλήρους κειμένου της απόφασης, που βρίσκεται στη φάση της καθαρογραφής.

Πρόκειται για μια μερική και καθυστερημένη δικαίωση για τους δανειολήπτες που έχουν εμπλακεί στη λαίλαπα της τελευταίας δεκαετίας. Ανθρώπων που η οικονομική τους κατάσταση άλλαξε σε μια νύχτα, καθώς υπέστησαν περικοπές μισθών και συντάξεων ή / και έχασαν τη δουλειά τους, την ίδια ώρα που τα σπίτια τους επιβαρύνθηκαν με επιπλέον φόρους, όπως ο ΕΝΦΙΑ. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι δεν είναι δυνατόν η ελάφρυνση που προέβλεψε ο νομοθέτης να αφορούσε αποκλειστικά τη διάρκεια εξόφλησης του δανείου τους, χωρίς να επηρεάζει κανένα άλλο μέγεθος. Αυτήν την έννοια είχε η αναγνώριση του διαφορετικού υπολογισμού των τόκων.

Όμως, πρέπει να πούμε δύο λόγια και για τον μερικό και καθυστερημένο χαρακτήρα της απόφασης. Φτάνει μόνο να αναλογιστούμε ότι από δάνεια συνολικής ονομαστικής αξίας 5 δισ., που μπήκαν στον «νόμο Κατσέλη», ενήμερα είναι μόλις 400 εκατ., ενώ κάπου 4,5 δισ. πουλήθηκαν σε funds σαν «κόκκινα». Στο «κοκκίνισμα» των δανείων σημαντικό ρόλο έπαιξε ο τρόπος τοκισμού τους. Για τα δάνεια που πουλήθηκαν, μάλιστα, τα funds συνέχισαν να χρεώνουν τόκους, όπως και πριν, παρόλο που τα έχουν αποκτήσει σε τιμές πολύ χαμηλότερες της ονομαστικής τους αξίας.

Το εξοργιστικό είναι ότι η απληστία των δανειστών είναι τέτοια, που δήλωσαν θρασύτατα ότι τη χασούρα που θα προκύψει θα την πληρώσει το Ελληνικό Δημόσιο μέσω των εγγυήσεων του σχεδίου «Ηρακλής». Να με συμπαθάνε, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω αυτόν τον ισχυρισμό. Από πού και ως πού η εγγύηση της αντικειμενικής αξίας κάποιων ακινήτων που θα εκπλειστηριαστούν αφορά το ύψος της απαίτησης των δανειστών τους ή την ενημερότητα της οφειλής; Εκτός αν οι εγγυήσεις του Δημοσίου αφορούν το σύνολο των απαιτήσεών τους και όχι την αξία των ενεχύρων. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, ας μας το πουν, για να έχουμε έναν ακόμη λόγο να αποθεώνουμε την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Αρείου Πάγου ανοίγει τον δρόμο για τον εξορθολογισμό των απαιτήσεων απέναντι και σε άλλες κατηγορίες δανειοληπτών. Παραδείγματος χάριν, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου βρίσκεται και η πρόσφατη ρύθμιση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Όπως με τον «νόμο Κατσέλη», έτσι και για τα δάνεια αυτά υπάρχει νομική βάση υπολογισμού των απαιτήσεων. Αυτή περιλαμβάνεται στη γνωμοδότηση της διοικητού της ΕΚΤ κ. Λαγκάρντ. Η τελευταία, με τη θεσμική της ιδιότητα, έχει αποφανθεί ότι οι μέγιστα αποδεκτές συναλλαγματικές απώλειες για τους δανειολήπτες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 5%. Το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει το σκεπτικό της γνωμοδότησης, όπως υιοθέτησε και το σκεπτικό του «νόμου Κατσέλη» στον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Θα μπορούσε, επίσης, να γενικευτεί αυτός ο τρόπος υπολογισμού των τόκων για ευαίσθητες κατηγορίες δανειοληπτών.

Αξίζει να κλείσουμε τονίζοντας ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου αποκατέστησε κάπως την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στη Δικαιοσύνη και στους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας γενικότερα. Δεν είναι λίγοι οι πολιτικοί επιστήμονες που τονίζουν ότι, λόγω της ανισότητας και της συγκέντρωσης του πλούτου, οι σύγχρονες δημοκρατίες μοιάζουν περισσότερο με ολιγαρχικές δημοκρατίες της Αναγέννησης, παρά με καθολικές αστικές δημοκρατίες. Είναι ένας επιπλέον λόγος οι κρατικοί λειτουργοί να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων αλλά και να προστατευτούν από τις αφόρητες πιέσεις που φαίνεται να δέχονται από ομάδες επιχειρηματικών συμφερόντων, και όχι μόνο.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ