Γιατί τόσες αυτοκτονίες;

Γιατί τόσες αυτοκτονίες;

Mόλις πριν από δέκα μέρες είχαμε τη διπλή αυτοκτονία των δύο κοριτσιών στην Ηλιούπολη. Μια ενέργεια που σόκαρε το Πανελλήνιο και προκάλεσε πολλές συζητήσεις και ερωτήματα.

Πριν προλάβει να… συνέλθει η κοινή γνώμη από αυτό το τραγικό γεγονός, όμως, ακολούθησαν οι αυτοκτονίες τεσσάρων ακόμα νεαρών κοριτσιών, από 17 μέχρι 24 ετών, σε διάφορες περιοχές της χώρας… Ενώ είχε προηγηθεί η αυτοκτονία μιας 17χρονης στον Ισθμό.
Εύλογα, λοιπόν, τίθενται τα εξής ερωτήματα: Τι συμβαίνει; Γιατί τα παιδιά μας ακολουθούν τον δρόμο της αυτοχειρίας; Και γιατί τώρα;

Έπεσε κάποια… επιδημία, έγινε κάτι ξαφνικά που τα απογοήτευσε, που τους κατέστρεψε τα όνειρα, τους γκρέμισε τις ελπίδες;
Απαντήσεις σε όλα αυτά δεν υπάρχουν ή μάλλον δεν τις γνωρίζουμε, αλλά η κλιμάκωση των αυτοκτονιών μας δείχνει πόσο μεγάλο έχει γίνει το πρόβλημα.
Τα στοιχεία για το φαινόμενο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι ενδεικτικά.
Ένας στους επτά εφήβους παρουσιάζει ψυχολογικές διαταραχές, η αυτοκτονία είναι η πρώτη αιτία θανάτου για άτομα 15 έως 29 ετών, ενώ τα τελευταία 15 χρόνια οι αυτοκτονίες των νέων στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 33%!

Γιατί όμως; Τι μαυρίζει τις ψυχές των νέων και τους οδηγεί στην απόγνωση και στον θάνατο;
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, η πρώτη αιτία είναι το οικογενειακό περιβάλλον, η δεύτερη ο σχολικός εκφοβισμός και η τρίτη η αυξανόμενη ψυχολογική πίεση.
Δηλαδή, η διάλυση της οικογένειας, το κυνήγι της καριέρας, η έλλειψη ενδιαφέροντος απομακρύνει τους γονείς από τα παιδιά. Τους βλέπουν σαν ξένους, δεν μπορούν να τους εμπιστευτούν, να τους νιώσουν δίπλα τους. Τα παιδιά αισθάνονται ότι είναι μόνα τους, απροστάτευτα, έρμαια σε μια ζουγκλοποιημένη κοινωνία, χωρίς την ομπρέλα της οικογένειας, και αγχώνονται, τα χάνουν. Θεωρούν ότι θα τα… καταπιεί η κοινωνία, ότι θα ασφυκτιούν στις μυλόπετρες της εξέλιξης, δεν βλέπουν να υπάρχει πουθενά διέξοδος ή στήριγμα και σπεύδουν να αυτοκτονήσουν για να γλιτώσουν.

Τα… τρώει η μοναξιά, η αδιαφορία, η απομόνωση.
Αν έσκυβε κάποιος δίπλα τους, αν μπορούσαν να εξομολογηθούν σε κάποιον το πρόβλημά τους, αν άνοιγαν κάπου την καρδιά τους, ίσως να έβρισκαν λύση, να γλίτωναν τον θάνατο.
Αλλά δεν υπήρχε κανένας. Οι γονείς απορροφημένοι στα δικά τους, τα αδέλφια εδώ κι εκεί, οι φίλοι αλλού. Κοντά τους, δίπλα τους κανένας. Όλοι γύρω γύρω, αλλά κοντά, δίπλα κανείς.

Και τα παιδιά, πνιγμένα στην απελπισία τους, κραυγάζουν, αλλά σε μήκος κύματος που δεν το συλλαμβάνουν οι άλλοι. Και φτάνουν νομοτελειακά στο τέλος. Πέρασαν από τη γη και δεν ακούμπησαν. Δεν βρήκαν πουθενά καταφύγιο, απάγκιο, χαράκωμα για να καλυφθούν και τα πήρε ο αέρας.

Η γη ήταν μικρή για να χωρέσει τόσο βουβό πόνο.
Οι αυτοκτονίες των νέων δείχνουν πολλά. Και χτυπάνε ακόμα περισσότερα καμπανάκια. Αλλά δεν τα ακούει κανείς. Εδώ, όμως, δεν ακούνε τις κραυγές των παιδιών που φεύγουν, τα καμπανάκια θα ακούσουν;