Του
ΓΙΑΝΝΗ ΣΑΡΑΚΙΩΤΗ
Ανεξάρτητου Βουλευτή Φθιώτιδας, Δικηγόρου
Η οπισθοδρόμηση η οποία έχει σημειωθεί και στο πεδίο των εργασιακών δικαιωμάτων την τελευταία επταετία είναι πρωτοφανής για τα δεδομένα ενός ευρωπαϊκού κράτους του 21ου αιώνα. Η εργασιακή επισφάλεια, η αποδόμηση κεκτημένων δεκαετιών και η εγκατάλειψη των εργαζομένων, χωρίς ίχνος θεσμικής προστασίας από πλευράς της Πολιτείας, συνιστούν την καθημερινή δυστοπική πραγματικότητα.
Η ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ, το 2019, αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της δρομολογούμενης μεθόδευσης. Με τον ν. 4808/2021 («νόμος Χατζηδάκη») καταργήθηκε εν τοις πράγμασι το οκτάωρο, με την κυβέρνηση να θεσμοθετεί την υπέρβασή του κατόπιν ατομικής συμφωνίας και χωρίς τη μεσολάβηση του σωματείου. Με άλλα λόγια, ο εργαζόμενος αφέθηκε μόνος απέναντι στις ορέξεις του εκάστοτε εργοδότη. Παράλληλα, αυξήθηκε το πλαφόν των νόμιμων υπερωριών σε 150, με τη χορήγηση δικαιώματος στον εργοδότη να αντικαθιστά τη χρηματική αμοιβή με ρεπό ή άδειες, ενώ έλαβε χώρα η αποδυνάμωση του θεσμικού πλαισίου ελέγχων μέσω της κατάργησης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ). Στη θέση του δημιουργήθηκε μια ανεξάρτητη αρχή, η οποία σήμερα παραμένει ακέφαλη επί μήνες, με την αγορά εργασίας να παραμένει ανέλεγκτη και… ανεξέλεγκτη.
Το 2023, έλαβε τη σκυτάλη ο κ. Γεωργιάδης, ο οποίος με τον ν. 5053/2023 επεξέτεινε την εξουθένωση των εργαζομένων με τη νομοθέτηση του 13ωρου και της παράλληλης απασχόλησης. Η κυβέρνηση, αντί να προβεί σε ουσιαστικές αυξήσεις των μισθών, νομιμοποίησε την ανάγκη των εργαζομένων να κάνουν δύο δουλειές εντός της ίδιας ημέρας για να επιβιώσουν, ενώ τούς κατέστησε διαθέσιμους ανά πάσα στιγμή, χωρίς εγγυημένο μηνιαίο εισόδημα, μέσω των λεγόμενων «συμβάσεων μηδενικών ωρών». Επιπροσθέτως, τη στιγμή που η υπόλοιπη Ευρώπη στρέφεται σταδιακά στη μείωση του εργάσιμου χρόνου (όπως η τετραήμερη εργασία στην Ισλανδία και στο Βέλγιο), προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα, στην Ελλάδα του κ. Μητσοτάκη θεσμοθετήθηκε η εξαήμερη εργασία, ένα ιστορικό πισωγύρισμα, το οποίο συνδυάστηκε με την ποινικοποίηση του απεργιακού δικαιώματος.
Κατόπιν αυτών, η μετατροπή του εργασιακού τοπίου σε ζούγκλα δεν ήταν τυχαία. Σύμφωνα με τη Eurostat, ένας στους πέντε Έλληνες εργάζεται περισσότερες από 45 ώρες εβδομαδιαίως, στοιχείο που κατατάσσει τη χώρα μας στην πρώτη θέση πανευρωπαϊκά όσον αφορά την υπερωριακή απασχόληση. Συγκεκριμένα, το 20,9% των ελλήνων εργαζομένων ηλικίας μεταξύ 20 και 64 ετών απασχολείται σε έναν ή σε περισσότερους εργοδότες περισσότερες από 45 ώρες εβδομαδιαίως, ποσοστό διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (10,8%). Επιπλέον, η Ελλάδα κατέκτησε την πρωτιά και στο ποσοστό όσων εργάζονται τα Σαββατοκύριακα, με το 32,3% των εργαζομένων να δηλώνει ότι αυτό συνιστά τακτικό φαινόμενο, τη στιγμή που σε επίπεδο ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 22,4%.
Τυχαία δεν είναι και τα αλλεπάλληλα θλιβερά ρεκόρ στον αριθμό εργατικών δυστυχημάτων και ατυχημάτων. Το 2025, σύμφωνα με τις επίσημες καταγραφές της Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΟΣΕΤΕΕ), τουλάχιστον 201 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εν ώρα εργασίας και 332 τραυματίστηκαν σοβαρά, ενώ καταγράφηκαν συνολικά περίπου 20.500 εργατικά ατυχήματα. Η εξουθένωση στους χώρους εργασίας δεν είναι ουρανοκατέβατη, αποτελεί συνέπεια των κυβερνητικών νομοθετημάτων και, δυστυχώς, συχνά καταλήγει σε τραγικά αποτελέσματα.
Τα ως άνω καταδεικνύουν ότι ο κατήφορος της καταπάτησης των εργασιακών δικαιωμάτων αποτελεί πολιτική επιλογή της κυβέρνησης της ΝΔ. Η θεώρηση ότι «η προστασία του εργαζομένου» συνιστά κάποιου είδους «πολυτέλεια» βλάπτει σοβαρά την ποιότητα ζωής, την αγοραστική δύναμη των πολιτών και εν γένει την κοινωνική συνοχή. Το στοίχημα της επόμενης ημέρας, μετά την πολυετή δημοσιονομική κρίση και τα μνημονιακά προγράμματα, οφείλει να είναι η διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τους πολίτες και η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο σύνολο των κρίσιμων κοινωνικοοικονομικών δεικτών. Η πατρίδα μας δεν έχει τη δυνατότητα για άλλες οπισθοχωρήσεις.