Ν. Κογιουμτσής: Η αγορά ασφυκτιά, τα ολιγοπώλια κερδίζουν και οι μικρομεσαίοι περιμένουν ουσιαστική στήριξη

Του
ΝΙΚΟΥ ΚΟΓΙΟΥΜΤΣΗ
Αντιπροέδρου Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών,
Αντιπροέδρου Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών


Η ελληνική αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής ασφυξίας, με τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις να δοκιμάζουν καθημερινά τις αντοχές τους. Η ακρίβεια στα τρόφιμα, στην ενέργεια, στα ενοίκια και στις βασικές υπηρεσίες, σε συνδυασμό με τις υψηλές τραπεζικές χρεώσεις, έχει περιορίσει δραματικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και, κατ’ επέκταση, την αγοραστική τους δύναμη.

Ταυτόχρονα, μια αποκαλυπτική μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία παρουσιάστηκε από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, αναδεικνύει μια ιδιαίτερα ανησυχητική πραγματικότητα. Κατά την περίοδο 2021 – 2023, περίπου το 77% του μέσου πληθωρισμού, βάσει του αποπληθωριστή του ΑΕΠ, αποδίδεται στην αύξηση των επιχειρηματικών κερδών ανά μονάδα προϊόντος. Πρόκειται για ένα στοιχείο που αποκαλύπτει τον καθοριστικό ρόλο της υπερβολικής κερδοφορίας στη διαμόρφωση των τιμών.

Ακόμα πιο χαρακτηριστικό είναι ότι σε πέντε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας, μεταξύ των οποίων η ενέργεια και η μεταποίηση, οι δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις ελέγχουν πάνω από το 60% της δραστηριότητας. Αυτή η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος περιορίζει τον ανταγωνισμό, επιβαρύνει τους καταναλωτές και δημιουργεί συνθήκες άνισης λειτουργίας της αγοράς.

Την ίδια στιγμή, χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις βλέπουν τον τζίρο τους να πιέζεται και το λειτουργικό κόστος να αυξάνεται διαρκώς. Οι καταναλωτές περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, αναβάλλοντας αγορές ένδυσης, υπόδησης και άλλων προϊόντων. Όταν, όμως, μειώνεται η κατανάλωση, περιορίζεται και η δυνατότητα επιβίωσης της μικρής επιχείρησης.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η νέα ενεργειακή επιβάρυνση εν όψει του δύσκολου χειμώνα. Επιχειρήσεις όπως φούρνοι, ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια και μικρές βιοτεχνίες αντιμετωπίζουν ήδη υψηλό ενεργειακό κόστος. Εάν, μάλιστα, επιδεινωθούν οι εξωγενείς γεωπολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες, το μέλλον πολλών επιχειρήσεων θα καταστεί εξαιρετικά αβέβαιο.

Η εξαγγελία ενεργειακής ενίσχυσης ύψους 95 εκατ. ευρώ για τη βιομηχανία ασφαλώς κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Τι γίνεται, όμως, με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις; Γιατί ένας μικρός φούρνος ή ένα εστιατόριο, που επιβαρύνονται υπέρμετρα από τους λογαριασμούς ενέργειας, να μη δικαιούνται αντίστοιχη ουσιαστική στήριξη;

Τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ και στις πρόσφατες παρεμβάσεις του δεν ανταποκρίνονται στο μέγεθος των προβλημάτων. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν οι 120 δόσεις, που παραμένουν ένα ημιτελές μέτρο. Με επιτόκιο 5,84%, χωρίς ουσιαστική διαγραφή προσαυξήσεων και χωρίς συνολική αντιμετώπιση των συσσωρευμένων οφειλών, η ρύθμιση κινδυνεύει να αποδειχθεί ανεπαρκής για χιλιάδες επαγγελματίες.

Παράλληλα, δεν ανακοινώθηκε η θεσμοθέτηση ειδικού, αναλογικού ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, ενός μέτρου χωρίς άμεσο δημοσιονομικό κόστος, που θα επέτρεπε στις επιχειρήσεις να καλύψουν βασικές λειτουργικές υποχρεώσεις.

Η σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου σε ορίζοντα εξαετίας μεταθέτει την ανακούφιση στο μέλλον, ενώ η πολυαναμενόμενη κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης παραμένει εκτός κυβερνητικού σχεδιασμού.

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η ψηφιοποίηση των υποχρεώσεων, από τα ηλεκτρονικά συστήματα μέχρι τις νέες διαδικασίες συμμόρφωσης, έχει πραγματοποιηθεί με σημαντική οικονομική επιβάρυνση των ίδιων των επιχειρήσεων.

Η αγορά χρειάζεται άμεσα ένα συνεκτικό σχέδιο: Μείωση των έμμεσων φόρων στα βασικά αγαθά και του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, στοχευμένη ενεργειακή στήριξη, δίκαιη φορολόγηση, ουσιαστικές ρυθμίσεις οφειλών και αποτελεσματικός έλεγχος των ολιγοπωλιακών πρακτικών.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για ισχυρή οικονομία, όταν η πραγματική αγορά εξαντλείται και η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα αγωνίζεται απλώς να επιβιώσει. Η ανάπτυξη πρέπει επιτέλους να φτάσει στην κοινωνία, στην κατανάλωση και στις χιλιάδες επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Διαφορετικά, ο επόμενος χειμώνας μπορεί να αφήσει πίσω του περισσότερα λουκέτα, λιγότερες θέσεις εργασίας και μια αγορά ακόμη πιο συγκεντρωμένη στα χέρια των λίγων.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης