Έρμαιο των γεωπολιτικών εξελίξεων η ελληνική εξωτερική πολιτική

Έρμαιο των γεωπολιτικών εξελίξεων η ελληνική εξωτερική πολιτική

–Δίνει έδαφος στον τουρκικό αναθεωρητισμό

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Σε μια στιγμή πλήρους αναδιαμόρφωσης του γεωπολιτικού σκηνικού στην περιοχή μας, με ανακατατάξεις που μπορεί να πάρουν δραματικό χαρακτήρα, σε δεινή θέση οδηγείται η ελληνική εξωτερική πολιτική, καθώς η τακτική του απόλυτου κατευνασμού προς την Τουρκία τείνει να αναδειχθεί σε στρατηγική επιλογή που οδηγεί στη φινλανδοποίηση της χώρας.

Η Τουρκία, μάλιστα, δεν είναι στα καλύτερά της, καθώς βλέπει τις ΗΠΑ να στηρίζουν το Ισραήλ, ενώ η αυτοπροβολή του Ερντογάν ως… ειρηνοποιού και η προθυμία του να μεσολαβήσει προς το Ιράν δεν βρίσκουν ανταπόκριση. Το Ισραήλ, με τη μεγάλη στήριξη από τις ΗΠΑ και τη σιωπηρή ανοχή ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αλλά και των αραβικών καθεστώτων του Κόλπου, είναι έτοιμο να κάνει τη βρώμικη δουλειά στο Ιράν. Αυτό θα το ισχυροποιήσει στο μέλλον, αλλά θα υποχρεωθεί άμεσα να πληρώσει μεγάλο κόστος.

Η Τουρκία προχωρά ασταμάτητα στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Άμυνα και επιχειρεί να εξουδετερώσει έτσι το «ευρωπαϊκό όπλο» της Ελλάδας, ενώ η κρίση στη Μέση Ανατολή κινδυνεύει να αποδυναμώσει τον μοναδικό σύμμαχο, το Ισραήλ.

Η κυβέρνηση παρακολουθεί αμήχανα και φοβικά, όλο το τελευταίο διάστημα, τη μεγάλη επιχείρηση που έχει στηθεί από την Κομισιόν και τους μεγάλους της ΕΕ για να φέρουν την Τουρκία όλο και πιο κοντά στην Ευρώπη, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, ελπίζοντας ότι έτσι θα καλυφθεί το μεγάλο στρατηγικό κενό της ΕΕ.

Για τους Ευρωπαίους, που έδειχναν πάντοτε ιδιαίτερη ευαισθησία για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, πλέον δεν έχει καμιά σημασία το γεγονός ότι ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Εκρ. Ιμάμογλου παραμένει στη φυλακή και δεκάδες εκλεγμένοι δήμαρχοι που εναντιώνονται στο καθεστώς Ερντογάν καθαιρούνται και οδηγούνται στις φυλακές. Πολύ περισσότερο, δείχνουν να υπολογίζουν ότι η Τουρκία είναι μια αναθεωρητική δύναμη, η οποία απειλεί την κυριαρχία δύο κρατών-μελών και ταυτόχρονα ακολουθεί τη δική της, αυτόνομη εξωτερική πολιτική, η οποία κάθε άλλο παρά συμβαδίζει με τους στόχους της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ.

Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός, μετά τις πρώτες δυναμικές δηλώσεις, τώρα κατέληξαν να δηλώνουν ότι οι τρίτες χώρες, για να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα SAFE των 150 δισ., θα πρέπει τουλάχιστον να συμβαδίζουν με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική.

Οι πρώτες δηλώσεις, σύμφωνα με τις οποίες, δήθεν, η Ελλάδα είχε διασφαλίσει ότι θα μπουν όροι και προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Τουρκίας, ξεχάστηκαν. Και, φυσικά, αποδεικνύεται ότι η κυβέρνηση ψευδώς αναφερόταν σε ομοφωνία την οποία, δήθεν, πετύχει για τη συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Καταπέλτης ήταν το άρθρο του Μ. Περράκη, αναπληρωτή καθηγητή του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ («Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής), που αναλυτικά, και με πλήρη γνώση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων στην ΕΕ, ανέδειξε ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση της ΕΕ να λάβει τις σχετικές αποφάσεις με ομοφωνία. Κάτι που σημαίνει ότι ο δρόμος είναι ανοιχτός για την Τουρκία ώστε να χρηματοδοτηθεί η πολεμική βιομηχανία της από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, με την Ελλάδα απλώς να παρακολουθεί αυτήν την πριμοδότηση, από την ίδια την Ευρώπη, της πολεμικής μηχανής της Τουρκίας, η οποία αποτελεί και τη μείζονα ζωτική απειλή για τη χώρα.

Η υπόθεση του επανεξοπλισμού της Ευρώπης και του μηχανισμού SAFE αποδείχθηκε ένα ακόμη μεγάλο φιάσκο της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ, η οποία θα βάλει τη σφραγίδα της στα επόμενα χρόνια. Διότι αυτή η αποτυχία θα προκαθορίσει το πλαίσιο των ευρωτουρκικών σχέσεων, στερώντας από την Ελλάδα και την Κύπρο το πλέον ισχυρό χαρτί που διέθεταν εδώ και τρεις δεκαετίες.

Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, ότι την προηγούμενη εβδομάδα ξεκίνησε και πάλι ο δομημένος διάλογος ΕΕ – Τουρκίας για την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ). Στις Βρυξέλλες πραγματοποιήθηκε η 7η Διαβούλευση ΕΕ – Τουρκίας για την ΚΠΑΑ, με τη συμμετοχή του τούρκου υφυπουργού Εξωτερικών Ζ. Λ. Γκιουμουρκσού με την Υπηρεσία Ευρωπαϊκής Εξωτερικής Δράσης (EEAS).

Οι εκπρόσωποι της EEAS τόνισαν ότι οι συνομιλίες περιλάμβαναν ολοκληρωμένες και χρήσιμες συζητήσεις για την Ουκρανία και θέματα περιφερειακής ασφάλειας, καθώς και τις τελευταίες πρωτοβουλίες ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ, τη συνεργασία ΕΕ – ΝΑΤΟ και ΕΕ – Τουρκίας. Με τις κινήσεις αυτές, βεβαίως, έχει αρχίσει η επιχείρηση απενοχοποίησης της Τουρκίας και δημιουργίας μιας νέας κανονικότητας, που θα φέρει την Τουρκία πιο κοντά στην Ευρώπη και από θέση ισχύος στις συνομιλίες με την ΕΕ.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα βρίσκεται στη δύσκολη θέση να πρέπει να ισορροπήσει τις σχέσεις της με τον μοναδικό σύμμαχο που διέθετε στην περιοχή, το Ισραήλ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, επιδιώκοντας προφανώς να αποφύγει την κριτική της αντιπολίτευσης ότι δήθεν στηρίζει τον Νετανιάχου, ο οποίος διαπράττει σφαγές στη Γάζα (λες και η ελληνική στήριξη στη διατήρηση της στρατηγικής σχέσης με το Ισραήλ είναι αυτή που επηρεάζει την ισραηλινή πολιτική στο Παλαιστινιακό), αλλά και ταυτόχρονα να μην εκτεθεί έναντι ενός ακροδεξιού συστήματος εξουσίας που έχει αναπτυχθεί γύρω από τον Ντ. Τραμπ και το οποίο πλέον εναντιώνεται στο Ισραήλ, βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.

Έχοντας όλα τα προηγούμενα χρόνια ταυτιστεί με τις αμερικανικές επιλογές, τώρα δεν είναι εύκολο να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Έχοντας διακόψει πλήρως τις παραδοσιακές σχέσεις με το Ιράν, στερείται τώρα τη δυνατότητα να έχει έναν πιο ουσιαστικό ρόλο – ρόλο που θα ήταν χρήσιμος και για την Ευρώπη, και για τους Αμερικανούς, και για το ίδιο το Ισραήλ.

Αντιθέτως, με τις ασκήσεις ισορροπίας που επιχειρεί, στα όρια της ακροβασίας, κινδυνεύει να χάσει και το Ισραήλ, κάτι που θα είναι καταστροφικό εν όψει της αναδιάταξης της ισορροπίας δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή.

Στη Λιβύη, η κυβέρνηση πληρώνει τώρα, με μεγάλο κόστος για την Ελλάδα, τα αποτελέσματα της πολιτικής αδιαφορίας και της αδυναμίας της να εμπλακεί με αποφασιστικότητα και στρατηγική στα μείζονα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής μας. Η Τουρκία, συστηματικά τα τελευταία δύο χρόνια –εκμεταλλευόμενη και την παντελή απουσία της Ελλάδας–, φρόντισε να διεισδύσει και να ανακτήσει την επιρροή της στην Ανατολική Λιβύη, η οποία είχε εναντιωθεί επί μακρόν στην τουρκική παρουσία στη χώρα. Το γεγονός ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο ήρθε προς επικύρωση στη Λιβυκή Βουλή δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά είναι αποτέλεσμα των έ­ντονων διπλωματικών προσπαθειών της Άγκυρας.

Ένα κορυφαίο στέλεχος του Κοινοβουλίου, μάλιστα, ο Χ. Νταγκαρί, ήταν αποκαλυπτικός σε δηλώσεις του σε λιβυκά ΜΜΕ, καθώς τόνισε ότι η κατάθεση του τουρκολιβυκού μνημονίου προς επικύρωση στη Βουλή ήρθε έπειτα από παρέμβαση της Άγκυρας, όταν μια κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία της Λιβύης συναντήθηκε με τον τούρκο Πρόεδρο Τ. Ερντογάν και είχε συνομιλίες στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση, με τις συζητήσεις να γίνονται σε πνεύμα αμοιβαίας συνεννόησης και να εξετάζονται και τα πιθανά οικονομικά οφέλη από την επικύρωση του μνημονίου.


ΤΟ ΠΑΡΟΝ