
Επιβεβλημένη η απάντηση στην Τουρκική θρασύτητα στο Αιγαίο
–Ανακήρυξη ΑΟΖ και επέκταση των Ελληνικών Χωρικών Υδάτων μέχρι 12 μίλια

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν εξήγγειλε την ψήφιση νόμου από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, με τον οποίο η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» και οι συναφείς άλλες Τουρκικές διεκδικήσεις θα ανακηρυχθούν Τουρκική θαλάσσια ζώνη και δικαιοδοσία. Με απλά λόγια, ο Τούρκος Πρόεδρος αναλαμβάνει να καθορίσει μονομερώς, κατά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, τις Τουρκικές θαλάσσιες ζώνες και να περιλάβει το ήμισυ του Αιγαίου, πέρα από τον 25ο μεσημβρινό, στην Τουρκική δικαιοδοσία, με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται.
Η Άγκυρα επιχειρεί, με τον τρόπο αυτό. να επαναλάβει και να επεκτείνει σ’ ολόκληρη τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» το casus belli, που έχει διακηρύξει η Τουρκική Εθνοσυνέλευση από το 1995 για να αποτρέψει την επέκταση των Ελληνικών χωρικών υδάτων σε 12 μίλια.
Η Τουρκική πρωτοβουλία έρχεται σε μια στιγμή που βλέπει η Άγκυρα να αλλάζουν οι συσχετισμοί ισχύος στην περιοχή και να υπονομεύεται η υψηλή στρατηγική της για ειρηνική επιβολή των αξιώσεών της, μέσα από την επιδιωκόμενη απ’ αυτήν υπεροχή ισχύος έναντι της Ελλάδος. Η Ελλάδα, μετά από μακρά αδράνεια και στασιμότητα στους εξοπλισμούς της λόγω μνημονίων αλλά και του κλίματος που δημιουργούσαν ανεδαφικές κατευναστικές πολιτικές, άρχισε, επιτέλους, να δίδει τη δέουσα σημασία στην αμυντική της προπαρασκευή. Η ίδια η Τουρκική φρενίτιδα εξοπλισμών και αναπτύξεως εθνικής πολεμικής βιομηχανίας έγινε καταλύτης και για ανάλογες απαντήσεις της Ελληνικής πλευράς.
Βρισκόμαστε ακόμη μακριά από μια επαρκή και συμμετρική απάντηση στους Τουρκικούς εξοπλισμούς. Έχουν γίνει όμως σημαντικά βήματα τόσο στον αέρα όσο και στη θάλασσα, που εξασφαλίζουν μια βασική ισορροπία, αν όχι και πλεονέκτημα στον αέρα, στη φάση αυτή. Η έξωση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 στέρησε από την Τουρκική Αεροπορία την προσδοκώμενη υπεροχή με το αεροσκάφος F-35, 5ης γενιάς, το οποίο αντιθέτως θα παραλάβει η Ελλάδα σύντομα.
Η Άγκυρα προσπαθεί να αναπληρώσει την απώλεια αυτή με το πλεονέκτημα που έχει στον τομέα του ασύμμετρου και υβριδικού πολέμου. Επιχειρεί, συγκεκριμένα, να αναδείξει σε δεύτερη τακτική αεροπορία εξελιγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, που έχουν δυνατότητες μαχητικού αεροσκάφους. Βασίζεται γι’ αυτό σε δύο εξελιγμένους τύπους μη επανδρωμένων αεροσκαφών, το «Μπαϊρακτάρ ΙΙΙ» και το «Κιζίλ Ελμά». Τα δύο αυτά μη επανδρωμένα αεροσκάφη είναι εξοπλισμένα με σύστημα ραντάρ AESA, με συστήματα αυτοπροστασίας και ηλεκτρονικού πολέμου και μπορούν να εκτοξεύουν πυραύλους και κατευθυνόμενες βόμβες αέρος – εδάφους.
Η Άγκυρα υπολογίζει επίσης σε άλλα μη επανδρωμένα συστήματα κάθε είδους, σε πολλά συστήματα Καμικάζι για μαζικές επιθέσεις κορεσμού, σε συστήματα επιφανείας θαλάσσης, υποβρύχια συστήματα, περιφερόμενες τορπίλες, μικρά αυτοκατευθυνόμενα υποβρύχια, περιφερόμενα πυρομαχικά. Η πρόοδος της Άγκυρας στους τομείς αυτούς είναι μεγάλη και είναι ένα δείγμα του τι μπορεί να επιτύχει κανείς εάν εφαρμόσει συστηματικά ένα πρόγραμμα έρευνας και αναπτύξεως.
Για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα της βιομηχανίας αυτής σε περίπτωση συγκρούσεως και την επάρκεια για μαζικές επιθέσεις κορεσμού, η Άγκυρα πήρε προσφάτως απόφαση να αποκεντρώσει την παραγωγή τους σε ισάριθμα εργοστάσια στα 91 διαμερίσματα της χώρας. Αποφάσισε επίσης να αυξήσει τις ταξιαρχίες ειδικών δυνάμεων από 25, που είναι σήμερα, σε 40, με στόχο να προσδώσει στις δυνάμεις πεζικού υψηλότερο επίπεδο εκπαιδεύσεως και μεγαλύτερη ευελιξία στην ανάληψη ειδικών δράσεων. Σημειωτέον ότι οι 40 ταξιαρχίες αντιστοιχούν σε 160.000 στρατιώτες.
Η Άγκυρα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τον πόλεμο στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή και σπεύδει να εφαρμόσει στις δικές της στρατιωτικές δυνάμεις τα διδάγματα που απορρέουν από τους δύο αυτούς πολέμους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον ασύμμετρο και υβριδικό χαρακτήρα τους, που εκφράζεται με τον ρόλο των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των βαλλιστικών πυραύλων.
Στους τελευταίους, η Άγκυρα έχει κάνει επίσης πολύ μεγάλη πρόοδο, αντιγράφοντας τεχνολογία από Κινεζικούς και άλλους πυραύλους και προσπαθώντας να αναπτύξει και δική της τεχνολογία. Η Άγκυρα διαθέτει σήμερα ένα οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων που περιλαμβάνουν βεληνεκή από 40 και 70 χλμ. έως 1.500 χλμ. Το τελευταίο καλύπτεται από τον πολυδιαφημισμένο Τουρκικό πύραυλο «Ταϊφούν», τον οποίο επισείει συχνά ο Ερντογάν κατά της Ελλάδος. Στην πρόσφατη Έκθεση Αμυντικού Υλικού στην Κωνσταντινούπολη επιδείχθη επίσης μακέτα Τουρκικού διηπειρωτικού πυραύλου (ICBM) με την επονομασία «Γιλντιρίμ» και βεληνεκές 6.000 χλμ. Η μακέτα αποκαλύπτει το μέγεθος και τους στόχους της Τουρκικής πολιτικής και τις φιλοδοξίες της Άγκυρας να αναδειχθεί σε μεγάλη δύναμη και να επιδιώξει την κατάλληλη στιγμή και την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Ένας άλλος τομέας στον οποίο επενδύει η Άγκυρα είναι τα θερμοβαρικά όπλα, τα οποία ανέπτυξε σε μορφή πυραύλων αέρος – εδάφους αλλά και σε μορφή όπλων πεζικού, για την εκπόρθηση φυλακίων και οχυρωμένων θέσεων.
Η Ελληνική πλευρά έδειξε, μέσα σε σύντομο διάστημα, τι είναι ικανή να κάνει όταν υπάρχει πολιτική βούληση και συστηματική δράση, με τη συμμετοχή τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα. Η συγκυρία της κοινής Ευρωπαϊκής άμυνας έρχεται επίσης αρωγός στις Ελληνικές προσπάθειες για την ανάπτυξη αμυντικών πρωτοβουλιών και προγραμμάτων.
Η Ελλάδα έχει κάνει σήμερα μεγάλες προόδους στον κρίσιμο τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών αλλά και των τεχνολογιών αντι-drone, με κορυφαίο το σύστημα «Κένταυρος». Ακόμη και στον τομέα των μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας, ένα δείγμα του οποίου είδαμε στην εγκληματική περίπτωση του Ουκρανικού USV στη Λευκάδα, η Ελλάδα δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τις κατασκευές αυτές. Τρεις Ελληνικές εταιρείες έχουν ήδη αναπτύξει παρόμοια, αν όχι και ανώτερα σκάφη του είδους αυτού, τα οποία έχουν δοκιμασθεί σε συνεργασία με το Πολεμικό Ναυτικό.
Αυτό το οποίο χρειάζεται η Ελλάδα είναι μια μεγαλύτερη επιτάχυνση των προσπαθειών για προμήθεια σκαφών του είδους αυτού και για κανονική βιομηχανική παραγωγή. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δώσει η Ελλάδα στο θέμα των βαλλιστικών πυραύλων. Δεν αρκεί η προμήθεια αντι-βαλλιστικών συστημάτων. Η χώρα πρέπει να έχει τη δυνατότητα ανταποδόσεως των πληγμάτων με δικούς της βαλλιστικούς πυραύλους. Υπό τις συνθήκες αυτές, η άμεση προμήθεια του Ισραηλινού βαλλιστικού πυραύλου «Lora» είναι εκ των ων ουκ άνευ. Η προμήθειά του μπορεί να γίνει και η αρχή μιας συμπαραγωγής βαλλιστικών πυραύλων στην Ελλάδα. Απαιτείται για τον σκοπό αυτό η δημιουργία από το κράτος ενός Κέντρου Ερευνών και Αναπτύξεως Βαλλιστικών Πυραύλων. Απαιτείται επίσης για την προώθηση γενικότερα της Αμυντικής Βιομηχανίας η δημιουργία ενός υφυπουργείου Αμυντικής Βιομηχανίας.
Η Ελλάδα, τέλος, με τα μάτια προσηλωμένα στον ορίζοντα των νέων εξελίξεων στα μέτωπα του πολέμου, πρέπει διακριτικά να αναλάβει πρωτοβουλίες για να πρωτοπορήσει σ’ έναν άλλο τομέα, που έρχεται ήδη καλπάζοντας, στα ρομπότ. Είναι βέβαιο ότι κατά τα προσεχή χρόνια τα ρομπότ θα μπουν δυναμικά στα πολεμικά μέτωπα, σε διάφορους ρόλους. Δεν πρέπει η Ελλάδα να υστερήσει, όπως έγινε με τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Ο Ερντογάν, έχοντας επενδύσει στην προοπτική της υπεροχής ισχύος, με όλη αυτήν την επίδοση στην πολεμική βιομηχανία, βλέπει σήμερα να διαβρώνεται η προοπτική αυτή. Η Ελλάδα ενισχύει τις αμυντικές της δυνατότητες και επωφελείται σ’ έναν βαθμό και από τη συγκυρία της Ευρωπαϊκής άμυνας, παρά τις αντιφάσεις που αυτή περιέχει. Ανησυχεί όμως περισσότερο από τη στρατηγική συμμαχία που βρίσκεται σ’ εξέλιξη μεταξύ Ελλάδος, Κύπρου και Ισραήλ. Η συμμαχία αυτή είναι μέρος μιας αλλαγής του συσχετισμού ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία δημιουργεί ερωτήματα για την Άγκυρα και σε ό,τι αφορά την Αμερικανική πολιτική. Είναι γνωστό ότι η Αμερικανική πολιτική αποδίδει πολύ μεγάλη σημασία στην ασφάλεια του Ισραήλ.
Η Άγκυρα φοβάται ότι η νέα στρατηγική σχέση μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδος και Κύπρου θα υποθηκεύσει την Τουρκική υψηλή στρατηγική που επιδιώκει αρπαγή του μισού Αιγαίου πέρα από τον 25ο Μεσημβρινό και ηγεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επιδιωκόμενη αυτή ηγεμονία δεν ενοχλεί μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο. Ενοχλεί και το Ισραήλ, που δεν θα ήθελε, βεβαίως, σε καμία περίπτωση να παρεμβληθεί η Τουρκία στις επικοινωνίες του Ισραήλ με την Ευρώπη και τη Δύση. Ο παράγων αυτός επιβαρύνεται από τις απροκάλυπτες Τουρκικές φιλοδοξίες, την Ισλαμιστική προπαγάνδα και τον ανταγωνιστικό προς το Ισραήλ ρόλο που επιδιώκει η Άγκυρα στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός που καθιστά την Τουρκία στα μάτια του Ισραήλ ένα νέο Ιράν.
Για τους λόγους αυτούς, ο Ερντογάν σπεύδει να προκαταλάβει την Ελλάδα, υπολογίζοντας ότι δεν θα τολμήσει να αντιδράσει επί του πεδίου και ότι θα περιορισθεί σε φραστικές μόνο αντιδράσεις. Η Τουρκική αυτή εκτίμηση ενθαρρύνεται από τις ιδιαίτερα ήπιες μέχρι τώρα αντιδράσεις της Ελληνικής πλευράς και δηλώσεις του είδους ότι η ψήφιση του εν λόγω νόμου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση δεν έχει καμία αξία, γιατί αντίκειται προς το διεθνές δίκαιο. Ασφαλώς, θέματα διεθνούς δικαίου δεν μπορούν να ρυθμίζονται με εθνικούς νόμους και εσωτερικό δίκαιο. Ο Ερντογάν όμως θέλει να επιβάλει τις αρπακτικές αξιώσεις του μονομερώς, διά της ισχύος και με τετελεσμένα γεγονότα.
Δεν αρκεί επομένως η Ελληνική πλευρά να κάνει δηλώσεις για το διεθνές δίκαιο. Οφείλει να απαντήσει στην Τουρκική θρασύτητα με ανακήρυξη ΑΟΖ και επέκταση των Ελληνικών χωρικών υδάτων μέχρι τα 12 μίλια, κατ’ εφαρμογή των προνοιών του διεθνούς δικαίου.
Είναι μια κρίσιμη στιγμή για την Ελληνική πλευρά. Απέφυγε και ανέβαλε μέχρι τώρα την εφαρμογή των δικαιωμάτων της που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, με στόχο να επιτύχει συναινετικές ρυθμίσεις με τη γείτονα. Η τελευταία επιχειρεί σήμερα να κεφαλαιοποιήσει τα κέρδη από το casus belli για να επιτύχει την ντε φάκτο επιβολή της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η Ελλάδα δεν έχει κανένα περιθώριο ούτε να δεχθεί τις ιταμές Τουρκικές αξιώσεις ούτε να επιδείξει αδράνεια και παθητικότητα.