
Η επικίνδυνη διεθνής αναταραχή και η νέα διεθνής τάξη
Νέα διεθνής τάξη: Eνώ είναι στην πλάστιγγα η απόφαση των ΗΠΑ για ειρήνη ή πόλεμο στο Ιράν, πολλαπλασιάζονται τα καυτά μέτωπα, οι ρήξεις και οι επικίνδυνοι ανταγωνισμοί σ’ όλο τον κόσμο.

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Οι σχέσεις Ευρώπης – ΗΠΑ, που ήταν άλλοτε το θεμέλιο της μεταπολεμικής τάξεως, στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας και του διπολικού κόσμου που ανέκυψε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν είναι πλέον δεδομένες και αυτονόητες. Οι ΗΠΑ του Προέδρου Τραμπ κάνουν έναν πολύ διαφορετικό απολογισμό από την προηγούμενη Αμερικανική Διοίκηση και τους προκατόχους της. Ισχυρίζονται ότι, υπό την επίφαση μιας Αμερικανικής ηγεμονίας, οι ΗΠΑ επωμίσθηκαν άνισα και δυσανάλογα βάρη και υποστήριξαν πολιτικές που εξασθένησαν τις ΗΠΑ και υπονόμευσαν την παραγωγική τους δομή. Ο Πρόεδρος Τραμπ κατήγγειλε ως μεγάλο υπεύθυνο για την εξασθένηση των ΗΠΑ το αλόγιστο «ελεύθερο εμπόριο», που προεβλήθη ως η θεωρητική βάση της πολιτικής αυτής και του ανοίγματος των συνόρων. Πάνω στην ίδια βάση, κατέστησε επίσης κεντρικό στόχο των πολιτικών του επιθέσεων τη λαθρομετανάστευση, τη woke agenda και αυτό που θεωρούσε γενικώς ως υπόσκαψη των παραδοσιακών αξιών, πάνω στις οποίες βασίστηκε η ανάπτυξη και η ευημερία των ΗΠΑ.
Η Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε αρχικά με επιφυλάξεις την παγκοσμιοποίηση που ήρθε από τις ΗΠΑ, επί Προέδρου Κλίντον, έγινε στη συνέχεια πρωταγωνιστής και σημαιοφόρος της, με επικεφαλής τη Γερμανία. Η τελευταία βλέπει στην παγκοσμιοποίηση το άνοιγμα των διεθνών αγορών, που συμφέρει τα βιομηχανικά προϊόντα της, έστω και αν αυτό πλήττει την Ευρωπαϊκή γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή και τις χώρες-μέλη που έχουν μεγάλη εξάρτηση και συμφέρον από την παραγωγή αυτή. Τελευταίο παράδειγμα είναι η Συμφωνία Ευρώπης – Mercosur. Η επιμονή στην παγκοσμιοποίηση, παρά την αλλαγή της Αμερικανικής πολιτικής, φέρνει την Ευρώπη σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, οι οποίες βλέπουν στην Ευρωπαϊκή θέση για την παγκοσμιοποίηση και έναν σύμμαχο της εσωτερικής Αντιπολιτεύσεως των Δημοκρατικών. Αυτό, όμως, που φέρνει σε μεγαλύτερη ακόμη αντίθεση τις ΗΠΑ του Προέδρου Τραμπ με την Ευρώπη είναι η διάσταση απόψεων πάνω στο θέμα του πολέμου της Ουκρανίας. Ο πόλεμος άρχισε ως κοινή επιχείρηση των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Είχε, αρχικά, τη μορφή ενός συγκεκαλλυμένου πραξικοπήματος, με άμεσο στόχο την ανατροπή του φιλορώσου Προέδρου, και ως μακροπρόθεσμο στόχο τη γεωπολιτική μετατόπιση της Ουκρανίας στο Δυτικό στρατόπεδο, με την ένταξή της στο ΝΑΤΟ.
Η Ρωσία του Πούτιν αντέδρασε και κατόρθωσε να αποφύγει τη στρατηγική ήττα που ήλπιζε ο συνασπισμός ΗΠΑ – Ευρώπης. Η αλλαγή Προεδρίας στις ΗΠΑ έφερε αλλαγή και στα δεδομένα αυτού του συνασπισμού. Ο νέος Πρόεδρος δήλωσε ρητά ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι δικός του πόλεμος και ανέλαβε πρωτοβουλίες για την επίτευξη μιας ειρηνικής διευθετήσεως, επιδιώκοντας παραλλήλως ένα νέο πλαίσιο σχέσεων με τη Ρωσία και την Κίνα. Η Ευρώπη έμεινε και στο θέμα αυτό αδιάλλακτη, με θεωρητικό αφήγημα τη Ρωσική επιθετικότητα, που, κατά την εκτίμησή της, δεν περιορίζεται, άλλωστε, μόνο στην Ουκρανία αλλά απειλεί ολόκληρη την Ευρώπη.
Με δεδομένη την εκτίμηση αυτή, η αμυντική χειραφέτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ, που γίνεται αποδεκτή τώρα και συστήνεται από τις ΗΠΑ, επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη Ρωσική απειλή και συγχέεται με την υποστήριξη της Ουκρανίας, υπολαμβανόμενης της τελευταίας ως προπυργίου της Ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Ενεργώντας στο πνεύμα αυτό, η Ευρωπαϊκή πολιτική αντιμάχεται σιωπηρά τις προσπάθειες Τραμπ για τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ενισχύοντας τον Ουκρανό Πρόεδρο Ζελένσκι να παραμείνει ανυποχώρητος στις θέσεις του για το Ντονμπάς, τις διεκδικούμενες δηλαδή από τους Ρώσους περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας.
Διαπιστώνουμε στο θέμα αυτό τη θετική προοπτική για την κατάκτηση από την Ευρώπη μιας αυτόνομης γεωπολιτικής και αμυντικής ταυτότητας, αλλά και έναν μονοσήμαντο προσανατολισμό που δημιουργεί φόβους ότι η προβαλλόμενη κοινή Ευρωπαϊκή ασπίδα μπορεί να μην είναι και τόσο κοινή. Η εμμονική αντι-Ρωσική στάση, με προεξάρχοντες την Πολωνία, τα Βαλτικά και τα Σκανδιναβικά κράτη, καταλήγει να θεωρεί την Τουρκία ως αναπόσπαστο μέρος του αντι-Ρωσικού μετώπου και της Ευρωπαϊκής ασφάλειας. Σε μια τέτοια περίπτωση, πώς μπορεί να καλύπτει την Ελλάδα και την Κύπρο η Ευρωπαϊκή ασφάλεια;
Οι εσωτερικές ανακατατάξεις στην Ευρώπη, μετά την Αμερικανική αποστασιοποίηση, είναι ένας άλλος παράγων προβληματισμού. Η παρατεταμένη εσωτερική κρίση στη Γαλλία, ο ζήλος με τον οποίο προωθεί η Γερμανία τον επανεξοπλισμό της, στο όνομα της Ευρωπαϊκής ασφάλειας, η προσέγγιση Βερολίνου και Ρώμης, που παρουσιάζεται ως ένας νέος, δυναμικός άξονας για την προώθηση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, είναι παράγοντες που δημιουργούν μια νέα κατάσταση και προκαλούν ερωτηματικά για τις μελλοντικές εξελίξεις και προοπτικές.
Ο παράγων με την πλέον βαρύνουσα σημασία είναι, βεβαίως, οι σχέσεις μεταξύ των τριών υπερδυνάμεων, ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας. Από Αμερικανικής πλευράς έχει καταστεί σαφές ότι ο Πρόεδρος Τραμπ θέλει ειρήνευση στην Ουκρανία και στρατηγικές οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία. Η Κίνα αντιμετωπίζεται από τον ίδιο ως ο κύριος ανταγωνιστής των ΗΠΑ, λόγω του παγκόσμιου οικονομικού δυναμικού της αλλά και της ραγδαίως εξελισσόμενης στρατιωτικής της δυνάμεως και της τεχνολογίας της.
Στην κρίση του Ιράν, οι τρεις αυτές μεγάλες δυνάμεις είναι αντιμέτωπες. Η Ρωσία έχει στενές πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές σχέσεις με το Ιράν και προωθεί μ’ αυτό, μεταξύ άλλων, το στρατηγικό σχέδιο ενώσεως της Βαλτικής με τον Ινδικό ωκεανό, μέσω Κασπίας και Περσικού Κόλπου. Η Κίνα προμηθεύεται τεράστιες ποσότητες πετρελαίου από το Ιράν και έχει υπογράψει μ’ αυτό στρατηγική συμφωνία συνεργασίας, επενδύοντας τεράστια ποσά χρημάτων. Τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα δεν θέλουν την ανατροπή του καθεστώτος και την εγκαθίδρυση στο Ιράν μιας φιλο-Αμερικανικής κυβερνήσεως. Θέλουν να βοηθήσουν το Ιράν να αμυνθεί, χωρίς όμως αυτές να εμπλακούν άμεσα και να διακινδυνεύσουν έναν παγκόσμιο πόλεμο.
Το τι θα πράξουν οι ΗΠΑ, θα εξαρτηθεί τελικά από την εκτίμηση των κινδύνων και της δυνατότητας να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα σε σύντομο χρόνο και με πολύ μικρή εμπλοκή δυνάμεων στο έδαφος.
Την προηγούμενη φορά, ο στόχος ήταν σαφής και συγκεκριμένος: να καταστραφεί η υπάρχουσα πυρηνική υποδομή. Στην παρούσα κατάσταση θα προστεθούν ως στόχοι η καταστροφή και των βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν και η ανατροπή του καθεστώτος.
Εάν επιλεγεί η στρατιωτική επέμβαση, με διευρυμένους στόχους, οι επιπτώσεις για ολόκληρη την περιοχή θα είναι τεράστιες. Η Αμερικανική πολιτική θεωρεί, ούτως ή άλλως, μια βαθιά αναδιάρθρωση της Μέσης Ανατολής ως αναγκαία για την παγίωση σταθερής ειρήνης στην περιοχή, που θα περιλαμβάνει και την εξομάλυνση των σχέσεων και την αποκατάσταση της συνεργασίας μεταξύ Ισραήλ και Αραβικών χωρών. Θα θεωρηθεί και η ριζική αλλαγή στο Ιράν ως απαραίτητο στοιχείο αυτής της αλλαγής; Το δίλημμα είναι μεγάλο για την Αμερικανική πολιτική, που έχει να αντιμετωπίσει στο Ιράν όχι μόνο τις υπάρχουσες δυσκολίες του εγχειρήματος και τον κίνδυνο μακροπρόθεσμης εμπλοκής αλλά και την ενεργό αντίθεση των άλλων μεγάλων δυνάμεων, Ρωσίας και Κίνας.
Με τη Μέση Ανατολή και τα σχέδια για την αναδιάρθρωσή της συνδέεται και ο ρόλος της Ινδίας, που είναι μια νέα αναδυόμενη δύναμη. Ο εμπορικός και ενεργειακός διάδρομος IMEC υπολαμβάνεται ως ένα σχέδιο καθοριστικής σημασίας όχι μόνο για τη Μέση Ανατολή αλλά και τις σχέσεις της Ευρώπης με την Ινδία. Ο διάδρομος αυτός και οι σχέσεις με την Ινδία είναι καίριας σημασίας και για την Ελλάδα.
Η Άγκυρα επιδιώκει να χτίσει έναν Σουνιτικό γεωπολιτικό άξονα Πακιστάν, Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και να προωθήσει εναλλακτικούς ενεργειακούς δρόμους μέσω Αζερμπαϊτζάν, Ιράκ και Συρίας, που θα καταλήγουν στην Τουρκία και μέσω αυτής στην Ευρώπη.
Η Ινδία αντιμετωπίζει την Άγκυρα ως γεωπολιτικό αντίπαλο, που στηρίζει ανεπιφύλακτα το Πακιστάν. Επιδιώκει, για τον λόγο αυτό, στρατηγικές σχέσεις με την Ελλάδα, όπως και με το Ισραήλ. Η Ελλάδα πρέπει να αναπτύξει στο μέγιστο δυνατό αυτές τις σχέσεις και να ενισχύσει τη θέση της όχι μόνο στην άμυνα αλλά και στην καινοτομία, στην ενέργεια και στις οικονομικές σχέσεις.
Η Τουρκία κάνει ό,τι μπορεί για να παρεμβάλει εμπόδια στον άξονα IMEC και να υπονομεύσει, μέσω Σαουδικής Αραβίας, τις λεγόμενες Συμφωνίες του Αβραάμ. Είναι βέβαιο, όμως, ότι η Αμερικανική πλευρά δεν θα μείνει αδιάφορη απέναντι σε αυτές τις προσπάθειες. Ήδη η Σαουδική Αραβία, μετά από Αμερικανικές αντιδράσεις, υπαναχώρησε από τη τριμερή συμμαχία Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας, Πακιστάν. Ανακοίνωσε ότι η συμμαχία είναι μόνο διμερής, μεταξύ Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας. Η Αμερικανική πλευρά ζήτησε επίσης εξηγήσεις από τη Σαουδική Αραβία, μετά την ανακοίνωση της τελευταίας ότι θα αγοράσει το Τουρκικό μαχητικό Kaan, το οποίο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι η γνωστή παλαιά τάξη πραγμάτων έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της και ότι διαμορφώνεται δυναμικά, με όρους ισχύος, μια νέα διεθνής τάξη. Η γειτονική μας Τουρκία είναι μια από τις χώρες που διεκδικούν έναν νέο μεγάλο ρόλο σ’ αυτήν τη νέα τάξη. Δεν είναι τυχαία η προσήλωσή της στην ανάπτυξη της στρατιωτικής της ισχύος και σε μια ιδεολογία που έχει αντίκτυπο στον ευρύτερο Μουσουλμανικό κόσμο.
Η Ελλάδα δεν έχει περιθώριο ούτε ολιγωρίας ούτε επικίνδυνου αποπροσανατολισμού. Οι Τουρκικές διεκδικήσεις Ελληνικού εθνικού χώρου και ο Τουρκικός ηγεμονισμός στην Ανατολική Μεσόγειο είναι άμεσος κίνδυνος και πρόσκληση για επιφυλακή και συναγερμό.
Η Ελλάδα πρέπει να ενισχύσει την άμυνα και την αμυντική της βιομηχανία, παράλληλα με την οικονομική και τεχνολογική της ανάπτυξη. Πρέπει να διαφυλάξει και να ενισχύσει περαιτέρω τις συμμαχίες της, που είναι ζωτικές για την ασφάλειά της. Πρέπει, τέλος, να παραμερίσει αποφασιστικά ανερμάτιστες πολιτικές κατευνασμού, που αποκοιμίζουν το φρόνημα και εξυπηρετούν αντικειμενικά την άλλη πλευρά.