Απ. Αποστόλου στο “Π”: Σύγκρουση του συμβολικού νόμου μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Σύγκρουση του συμβολικού νόμου μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων

Ψυχαναλυτική προσέγγιση της πολιτικής

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας


Θα μπορούσε να γίνει μια άλλη ερμηνεία αναφορικά με την παρούσα ελληνική πολιτική πραγματικότητα, που να αγγίζει όχι τη στεγνή αναλυτική του περιεχομένου των εξελίξεων, αλλά να προσεγγίζει μια ψυχαναλυτική προοπτική; Είναι ένα ζήτημα, δεδομένου ότι η πολιτική και τα δεινά της κοινωνίας συνήθως αναλύονται πολιτικοκοινωνικά και μια άλλη ερμηνεία θα μπορούσε εύκολα να χρεωθεί με αποτυχία.

Ωστόσο, η πολιτική θεματική δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη, και έτσι, αν εξεταστεί με μια νέα προσέγγιση, αναμφισβήτητα έχει ενδιαφέρον. Και έχει ενδιαφέρον γιατί οι γενικευμένες και μονοδιάστατες αναλύσεις πάντα αφήνουν κάτι απ’ έξω.

Η πολιτική – κοινωνιολογική προσέγγιση μάς έχει πει ότι ο άνθρωπος δεν είναι πλέον ούτε κύριος ούτε δούλος, αλλά είναι πολίτης της δικής του πολιτείας και λειτουργεί μέσα στην πλήρη αυτοσυνειδησία του. Πέραν τούτου, επίσης, μας λέει ότι οι δράκοι της αποξένωσης (αλλοτρίωσης) δεν υπάρχουν και ανήκουν πια στην προϊστορία. Όλο αυτό ήταν μια διασαφήνιση του γερμανού φιλοσόφου Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ, που όμως κάτι αφήνει ακάλυπτο. Και αυτό γιατί πάντα υπάρχει μια «βαβυλώνια αιχμαλωσία» μεταξύ κυρίου και δούλου, που δεν λέει ακόμη να ξεπεραστεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο πολίτης να βρίσκεται και πάλι σε μια εκκρεμότητα.

Ο Ζακ Λακάν, με τη δύναμη της σκέψης του, μας έχει πει ότι υπάρχει ένας συμβολικός νόμος, ο οποίος όμως πάει πέρα από το σύμπλεγμα του ευνουχισμού του πατέρα, που συντελείται μέσα από τον οιδιπόδειο απαγορευτικό νόμο, και αυτός ο νόμος είναι ο πλέον πιο συντελεστικός. Έχουμε, δηλαδή, να κάνουμε μ’ έναν άγραφο, ηθικό, αλλά και έναν γραπτό νόμο, ο οποίος κατ’ ουσίαν ευνουχίζει (δεν είναι όμως ο οιδιπόδειος απαγορευτικός νόμος), χωρίς πρόθεση, το φαντασιακό περιεχόμενο. Εδώ θεμελιώνεται και το φαντασιακό της πολιτικής. Πώς λειτουργεί, όμως, όλο αυτό; Ο συμβολικός νόμος ρυθμίζει τη συναλλαγή και διαπραγμάτευση. Όμως, το υποκείμενο (πολίτης) αρνείται να τον υπηρετήσει και υφίσταται, έτσι, ο πολίτης τις συνέπειες. Ο συμβολικός νόμος ουσιαστικά γίνεται φραγή της αυθαιρεσίας του ναρκισσισμού. Και έτσι, κάποιες φορές, η επιθυμία από δύναμη ζωής μετατρέπεται σε φορέα απόλαυσης καταστροφής.

Το τελευταίο διάστημα διαπιστώνουμε ότι όλο και περισσότερο δημιουργούνται μάζες οι οποίες εκφράζουν μια ριζοσπαστικότητα και έναν εγωκεντρικό λαϊκισμό, που καλύπτεται από μια κατά φαντασία παντογνωσία και μια απορριπτική λογική. Ταυτόχρονα, αυτές οι μάζες οργανώνονται σε ομάδες λαϊκίστικης διεκδίκησης, οι οποίες θυματοποιούνται νιώθοντας ότι δεν έχουν τον έλεγχο της κατάστασης. Βέβαια, δεν λείπουν και οι ινστρούχτορες του χώρου, οι οποίοι με μια επιφανειακή αποδεικτική, που αγγίζει τη συνωμοσιολογία, και με έναν εξυπνακικό λόγο διαμαρτύρονται για όλα, εκτός από το να διεκδικήσουν κάποια ευθύνη από τον εαυτό τους, και καθοδηγούν τις μάζες.

Αυτό, βέβαια, συμβαίνει γιατί έχει ματαιωθεί ο ναρκισσισμός της φαντασίας τους και η ενστικτώδης ικανοποίησή τους, περνώντας μέσα από πολιτικά προγράμματα, έχει εισέλθει σε μια μεγάλη έλλειψη. Έτσι, υπάρχει μια οργή και ένα ανικανοποίητο αίσθημα στις λαϊκίστικες ομάδες.

Το σημαντικό, βέβαια, είναι ότι από τους πολίτες δεν αναγνωρίζεται η δομική έλλειψη του ψυχισμού τους. Έτσι, κατασταλάζουν σε ποικίλα συμπλέγματα οργής, κατωτερότητας και στρέφονται προς οτιδήποτε και οποιονδήποτε δεν τάσσεται μαζί τους. Και αν δεν συμβεί κάποια αντισταθμιστική μετάπτωση (μια αλλαγή) στην πορεία τους, τότε τα πρόσωπα γίνονται σκληρά, μονοκόμματα και με υπεροπτικό χαρακτήρα.

Στην άλλη πλευρά υπάρχουν οι εξουσιαστές, οι οποίοι και εκείνοι βιώνουν την απάρνηση της έλλειψης της απόλαυσης, γιατί εδώ η απόλαυση έχει ταυτιστεί με τη φαντασίωση της παντοδυναμίας τους. Η επιθυμία των εξουσιαστών γίνεται απαίτηση, δοκιμασία του άλλου. Και, ταυτόχρονα, οι συνθήκες κυριαρχίας που επιδιώκουν να επικρατήσουν μέσω του εργαλειακού λόγου ο οποίος δεν θα πρέπει ποτέ να εκλείψει για τον εξουσιαστή, γίνεται επίσης μορφή επιθυμίας για τους εξουσιαστές. Ενώ ο μηχανισμός της κυριαρχίας και η αναπαραγωγή της, για τους εξουσιαστές τους, έχει γίνει ένα νευρωτικό και διαστροφικό σύμπλεγμα.

Έτσι, λοιπόν, διαπιστώνει κανείς ότι δεν μπορεί από τις δύο πλευρές (εξουσιαστές – εξουσιαζόμενοι) να υπάρξει δημόσια συζήτηση, γιατί ζουν και οι δύο πλευρές τη ματαίωση του ναρκισσισμού της φαντασίας τους.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ