Απ. Αποστόλου στο “Π”: Όταν το κράτος δικαίου ζωντανεύει

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Όταν το κράτος δικαίου ζωντανεύει

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Διεθνών Δημοσίων Σχέσεων
του Πανεπιστημίου Federiciana της Ρώμης


Η πρόσφατη απόφαση του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου σχετικά με τις υποκλοπές αποκαλύπτει κάτι περισσότερο από ένα απλό δικαστικό αποτέλεσμα. Αποκαλύπτει την ύπαρξη δύο διακριτών τάσεων μέσα στην Ελληνική Δικαιοσύνη. Από τη μία πλευρά υπάρχει εκείνη που στέκεται στο ύψος της, γίνεται πραγματικός θεματοφύλακας του κράτους δικαίου και αποκαθιστά την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη στον θεσμό της Δικαιοσύνης και από την άλλη πλευρά υπάρχει η Δικαιοσύνη που παρατηρεί, αντικρίζει, αλλά δεν αγγίζει τις κρίσιμες υποθέσεις, ειδικά όταν αυτές βλάπτουν κυβερνητικά πρόσωπα, σχέδια και αποφάσεις.

Η υπόθεση των υποκλοπών, που εκδικάστηκε σε 39 συνεδριάσεις, ανέδειξε με εντυπωσιακή σαφήνεια τις προσπάθειες συσκότισης που επιχειρήθηκαν. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Νίκος Ασκιανάκης μαζί με τον εισαγγελέα Δημήτρη Παυλίδη ακολούθησαν μια διαδρομή διερεύνησης που πολλοί επιχείρησαν να αποκρύψουν ή να διαστρεβλώσουν. Το αποτέλεσμα ήταν μια απόδειξη ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ανεπηρέαστη, εφόσον οι δικαστικοί λειτουργοί αρνούνται να υποκύψουν σε κάθε μορφής εξωτερική παρέμβαση (πολιτική, οικονομική ή κοινωνική) που θα μπορούσε να αλλοιώσει την ουσία της κρίσης.

Η σημασία αυτής της στάσης είναι πολλαπλή. Αποκαλύπτονται ευθύνες που μέχρι τώρα παρέμεναν στη σκιά. Άνθρωποι που θεωρούνταν αλώβητοι από το δημόσιο μάτι τώρα καλούνται να λογοδοτήσουν, έστω και ηθικά, για τις πράξεις τους. Η απόφαση αυτή δεν είναι απλώς μια δικαστική καταγραφή γεγονότων, αλλά αποτελεί ηχηρό μήνυμα ότι η ατιμωρησία δεν είναι δεδομένη και ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να επαναφέρει την πίστη των πολιτών στον θεσμό της, όταν λειτουργεί με θάρρος και ανεξαρτησία.

Αντίθετα, η πρακτική του Αρείου Πάγου προκαλεί έντονη ανησυχία. Η αθώωση όλων σε υποθέσεις που αφορούν κυβερνητικά πρόσωπα στέλνει μήνυμα ανοχής και, δυστυχώς, υπονόμευσης της λογοδοσίας. Ο Άρειος Πάγος, το 2025, είχε αρχειοθετήσει την υπόθεση των υποκλοπών, εμποδίζοντας τη σύνδεσή της με κρατικούς λειτουργούς αλλά και περιορίζοντας την έρευνα για τους ηθικούς αυτουργούς. Όμως, όταν η Δικαιοσύνη περιορίζεται στο να παρατηρεί, χωρίς να ενεργεί ουσιαστικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε θεατή των κρίσιμων αποφάσεων που επηρεάζουν το κράτος και την κοινωνία. Είναι αυτή η διάσταση που φέρνει στο φως η τρέχουσα υπόθεση: Η αντίφαση ανάμεσα στην αποφασιστικότητα ενός δικαστηρίου και την επιφυλακτικότητα ενός άλλου ανώτατου οργάνου, η οποία δεν μπορεί παρά να πλήττει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε την απόφαση του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ανέδειξε και κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό, την ύπαρξη ενός συστήματος που συχνά προστατεύει πρόσωπα και συμφέροντα, παρά το δημόσιο συμφέρον. Οι υποκλοπές, ένα θέμα που αφορά την προσωπική ζωή και την ασφάλεια των πολιτών, φανέρωσαν ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να λειτουργήσει μόνο όταν υπάρχει θάρρος και ανεξαρτησία, χαρακτηριστικά που δεν φαίνεται πάντα να συνυπάρχουν σε όλα τα επίπεδα του συστήματος.

Η απόφαση του δικαστηρίου Ασκιανάκη – Παυλίδη είναι μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να είναι φάρος αξιοπιστίας αλλά και ότι η αδράνεια ή η επιλεκτική εφαρμογή του νόμου υπονομεύει τη δημόσια εμπιστοσύνη. Η κοινωνία αξιώνει από τους θεσμούς να ενεργούν όχι με μεροληψία ή φόβο, αλλά με σαφήνεια, διαφάνεια και υπευθυνότητα. Η υπόθεση των παρακολουθήσεων δεν είναι απλώς μια δικαστική υπόθεση, είναι ένα τεστ για το κράτος δικαίου και για το κατά πόσο η Δικαιοσύνη είναι ικανή να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Η πραγματική κριτική δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο σε μεμονωμένες αποφάσεις αλλά στον συνολικό τρόπο με τον οποίο η Δικαιοσύνη χειρίζεται υποθέσεις με πολιτικές ή κρατικές προεκτάσεις. Η υπόθεση αυτή φανερώνει ότι, όταν οι δικαστικοί λειτουργοί είναι αδέκαστοι και αποφασιστικοί, το φως διαπερνά ακόμη και τα πιο σκοτεινά σημεία, όταν, όμως, η ανώτατη δικαστική αρχή αποφεύγει κρίσιμες ευθύνες, η σκιά επεκτείνεται, και μαζί της η δυσπιστία των πολιτών.

Στην Ελλάδα του σήμερα, η Δικαιοσύνη βρίσκεται σε σταυροδρόμι: Ή θα επαναφέρει την αξιοπιστία της ή θα συνεχίσει να κινείται μέσα στην αμφιβολία και στην αδιαφορία. Η υπόθεση των υποκλοπών δείχνει ποιον δρόμο μπορεί να ακολουθήσει, αρκεί να υπάρχει βούληση και θάρρος.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ