Απ. Αποστόλου στο “Π”: Οι νέες φαντασιακές σημασίες της πολιτικής

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Οι νέες φαντασιακές σημασίες της πολιτικής

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας


Ο δημοσιογράφος Γιώργος Σαχίνης, στην εκπομπή του «Αντιθέσεις», στο κανάλι ΚΡΗΤΗ TV, στις 28/11/2025, έβαλε ένα ερώτημα με τρόπο σαφή στην τηλεοπτική συζήτηση η οποία είχε αναπτυχθεί αναφορικά με τα πολιτικά προβλήματα που διαπλέκονται, διασταυρώνονται και μπερδεύονται αξεδιάλυτα, αλλά ουδέποτε σπάνε. Και το ερώτημα που έθεσε ήταν: Μήπως παίζει κάποιον ρόλο και ο ψυχικός παράγοντας των πολιτών, ο οποίος αποθεμελιώνει έτι περισσότερο τις πολιτικές συνθήκες του σήμερα;

Το ερώτημα είναι καίριο και τίθεται αναφορικά με την πρακτική μεταβολή των συνθηκών ύπαρξης και των ψυχικών ανασχηματισμών της μετανεωτερικής εποχής μας κάτω από τη νέα διευθέτηση της τεχνοπολιτικοκοινωνιολογικής μας παραδοχής. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στο έργο του «Καιρός», το έχει προσεγγίσει με σαφή τρόπο. Μας λέει, λοιπόν, ότι έχουν αλλάξει οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, έχουν μπει σε διαδικασία φθοράς και δεν αποδίδουν κάποιο νόημα στην πρόοδο, στην ανάπτυξη, στην «ορθολογική κυριαρχία». Είμαστε σε μια εποχή όπου κάθε άτομο φτιάχνει το δικό του νόημα για τον εαυτό του, ένα νόημα –συμπληρώνει ο Κορνήλιος Καστοριάδης– που ισχύει αποκλειστικά και μόνο σε δεύτερο επίπεδο, όχι όμως σε βασικό επίπεδο. Εκεί στάθηκε και ο Πιερ Ρονσαβαγιόν, ο γάλλος καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας και Φιλοσοφίας, σε συνέντευξή του στην ισπανική εφημερίδα «El Pais» και αναδημοσίευσε η εφημερίδα «Καθημερινή» (12/6/2004) τονίζοντας ότι: «Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι έχει αλλάξει ο τρόπος παραγωγής. Σήμερα δεν υπάρχουν συνεκτικές κοινωνικές τάξεις: ζούμε μια κατάσταση εντελώς διαφορετική, αντιμετωπίζουμε μια κοινωνική πραγματικότητα πολύ εξατομικευμένη, δεδομένου ότι αυτό που έχει σημασία στον νέο τρόπο παραγωγής είναι πρωτίστως τα ατομικά προσόντα. Δεν είμαστε πλέον μια ταξική κοινωνία, αλλά μια κοινωνία ατόμων. Αυτό, λοιπόν, που πρέπει να κάνουμε είναι να αποκαταστήσουμε τους αόρατους δεσμούς μεταξύ των πολιτών. Οι άνθρωποι θα πρέπει να ενωθούν με βάση τις κοινές τους εμπειρίες, να δημιουργήσουν κοινότητες με βάση τις εμπειρίες που μοιράζονται».

Αν, λοιπόν, οι νέες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες είναι κεντροθετημένες στη διαμόρφωση μιας «κεντρικής ψυχής» (όρος που χρησιμοποιείται από τον Κορνήλιο Καστοριάδη), η οποία (κεντρική ψυχή) έχει μεταξιωθεί και φορτιστεί σ’ νέα περιεχόμενα, τότε εκείνο που μπορούμε να περιμένουμε είναι ότι οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες σκοποθετούνται σε άλλες σχέσεις.

Αυτές οι σχέσεις έχουν τη δομή μιας ψυχαναγκαστικής νεύρωσης που ακουμπούν σε ψευδοεναλλακτικές λύσεις και μαζί σε υστερικές, αποστερημένες (frustes) και ανικανοποίητες συμπεριφορικές μορφές. Κάθε νέα φάση αλλαγής της ζωής περνά πρώτα από τον υστερικό λόγο. Βέβαια, το ίδιο συμβαίνει και για κάθε νέα φάση αμφισβήτησης των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και εκείνες διαγράφουν την πορεία τους μέσα από τον υστερικό λόγο.

Όσο πιο επιτακτική είναι η εντολή να απολαύσουμε τις νέες φάσεις της ζωής μας με νέα πολιτικά κριτήρια και νέες ευκαιρίες τόσο περισσότερο αυτή η αναγκαστική και μερική απόλαυση παράγει έλλειψη απόλαυσης, αφού αποκλείει την απόλυτη απόλαυση ή, καλύτερα, την πλεονάζουσα απόλαυση. Με άλλα λόγια, είναι σαν η απόλαυση για τη νέα ζωή να παράγει μια συνεχή και αδυσώπητη κατάσχεση της απόλυτης απόλαυσης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, ο νεοπολιτικός, μετακαπιταλιστικός λόγος, που αναπτύσσεται σήμερα ως πρόταση ζωής, αποδεικνύεται πλήρως αποτυχημένος. Παράγει ένα είδος συνεχούς διακοπτόμενης απόλαυσης, ενώ την ίδια στιγμή διεγείρει συνεχώς την επιθυμία, την οποία όμως την παγώνει μέσα στη ροή της πραγματικότητας.

Σε μια τέτοια ψυχοκοινωνική κατάσταση, στην οποία οι μάζες των απλών ανθρώπων υπάρχουν χωρίς συμβολική σταθερότητα και ζώντας κάτω από μια καταστροφική πραγματικότητα η οποία είναι διαρκώς επεκτάσιμη, τότε το έξω (δηλαδή η πραγματικότητα) εσωτερικεύεται στον πολίτη και καθίσταται μια διαλυτική ψυχοκοινωνική κατάσταση. Έτσι, λοιπόν, ο πολίτης φτιάχνει τις προσωπικές του φαντασιακές σημασίες, οι οποίες απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τις συλλογικές φαντασιακές σημασίες. Αισθάνεται, με άλλα λόγια, μόνος και έρημος, μη μπορώντας να επικοινωνήσει με το σύνολο.

Κάτω από μια τέτοια συνθήκη, ακόμη και μια ριζοσπαστική χειραφετητική πολιτική δεν έχει να προσφέρει τίποτε περισσότερο από το να ακολουθήσει το μονοπάτι που θα ανοιχθεί από το «σύμπτωμα» της μετανεωτερικής εποχής μας, όπως μας λέει ο Μπρούνο Μοροντσίνι στο έργο του «Lacan politico» (Εκδόσεις Cronopoli, Νάπολη, 2014), το οποίο (το σύμπτωμα) πρέπει να αγκαλιαστεί κατά την άποψή του. Σύμπτωμα, σύμφωνα με την ψυχανάλυση, είναι μια «συμβιβαστική διαμόρφωση» που προκύπτει από ψυχικές συγκρούσεις και περιλαμβάνει ένα «μυστικό» που αναζητά την αποκρυπτογράφησή του. Αυτό το μυστικό, το οποίο δεν έρχεται εύκολα στην επιφάνεια, είναι εκείνο το οποίο θα μας κυνηγά και θα αποτρέπει όλες τις πολιτικές προθέσεις. Να γιατί όλες οι προσπάθειές μας (να φτιάξουμε νέες πολιτικές προτάσεις) μπορεί να είναι ατελείς. Γιατί η πολιτική βούληση, μέσα από το τραύμα της, αναιρεί, αμφισβητεί τη λειτουργία της πολιτικής.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ