–Από το trasformismo του Γκράμσι στις σημερινές πολιτικές μεταγραφές: Η ιδεολογία ως προσωρινή στάση και η εξουσία ως μόνιμος προορισμός
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ρώμης
Υπάρχει κάτι βαθύτερο από τις κομματικές μεταγραφές, που βλέπουμε να πολλαπλασιάζονται στην ελληνική πολιτική σκηνή. Δεν είναι απλώς κάποιοι πολιτικοί που αλλάζουν στρατόπεδο, αλλά είναι το ίδιο το πολιτικό σύστημα που μοιάζει να αλλάζει κανόνες.
Η πολιτική μετακίνηση δεν αποτελεί, πλέον, κατ’ ανάγκην πολιτική ρήξη, μπορεί να είναι απλώς η επόμενη στάση μιας διαδρομής.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε «πολιτικό γυρολογισμό». Δηλαδή, μια πολιτική πρακτική όπου οι κομματικές ταυτότητες γίνονται ελαστικές, οι ιδεολογικές διαφορές σχετικοποιούνται και η σχέση με την εξουσία αποκτά μεγαλύτερη διάρκεια από τη σχέση με τις πολιτικές αρχές.
Το φαινόμενο δεν γεννήθηκε σήμερα. Ο Βιλφρέντο Παρέτο μιλούσε για την «κυκλοφορία των ελίτ», περιγράφοντας τον διαρκή μετασχηματισμό των πολιτικών ομάδων που διεκδικούν και ασκούν εξουσία. Στο γνωστό σχήμα του, οι «αλεπούδες» (λέξη κλεμμένη από τον Νικολό Μακιαβέλι) χαρακτηρίζονται από ευελιξία, συνδυασμούς και πολιτικούς ελιγμούς. Δεν κυβερνούν μόνο με τη δύναμη, αλλά κυβερνούν και με την ικανότητα να προσαρμόζονται.
Ο Αντόνιο Γκράμσι θα προσθέσει μία ακόμα πιο πολιτική διάσταση με την έννοια του trasformismo, που σημαίνει την απορρόφηση πολιτικών αντιπάλων και τη σταδιακή εξουδετέρωση των πραγματικών πολιτικών αντιθέσεων μέσω της ενσωμάτωσης.
Σήμερα, δεν χρειάζεται να αναζητήσει κανείς το trasformismo στα ιστορικά εγχειρίδια. Αρκεί να κοιτάξει γύρω του. Πρόσωπα που χθες βρίσκονταν απέναντι σήμερα μπορούν να βρεθούν στην ίδια πολιτική πλευρά. Πολιτικές διαδρομές που εμφανίζονταν ασυμβίβαστες μπορούν ξαφνικά να συνυπάρξουν. Οι παλιές βεβαιότητες μετατρέπονται σε νέα δεδομένα και οι χθεσινές κόκκινες γραμμές μπορούν να γίνουν σημερινές γκρίζες ζώνες.
Κάθε μεταγραφή μπορεί ασφαλώς να έχει τη δική της εξήγηση. Το πολιτικό πρόβλημα όμως αρχίζει όταν η μεταγραφή γίνεται πολιτική κανονικότητα, γιατί τότε δεν αλλάζουν μόνο τα πρόσωπα, αλλάζει και η σημασία των κομμάτων. Τι σημαίνει ένα κόμμα, όταν οι πολιτικές ταυτότητες μπορούν να μεταφέρονται από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, χωρίς αντίστοιχη μεταβολή στις βασικές πολιτικές αντιλήψεις; Τι σημαίνει Δεξιά, Κεντροαριστερά, Αριστερά, προοδευτικός, συντηρητικός, όταν οι ίδιες πολιτικές διαδρομές μπορούν να φιλοξενηθούν σε διαφορετικούς χώρους;
Και κυρίως: Τι μένει τελικά από την πολιτική διαφορά; Εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα. Μπορεί να έχουμε κόμματα που εμφανίζονται ως αντίπαλα, αλλά να υπάρχει ένα πολιτικό προσωπικό που μετακινείται ανάμεσά τους. Μπορεί να έχουμε διαφορετικά προγράμματα, αλλά κοινή λογική διαχείρισης της εξουσίας. Μπορεί να έχουμε καθημερινά σκληρές πολιτικές αντιπαραθέσεις και ταυτόχρονα μια εντυπωσιακή κινητικότητα προσώπων ανάμεσα στους χώρους που υποτίθεται ότι συγκρούονται.
Αυτό βέβαια αποτελεί την «ομοιωματική διαφορά». Εκεί όπου η διαφορά υπάρχει ως εικόνα, ενώ η ομοιότητα εμφανίζεται στη λειτουργία. Και τότε η πολιτική κινδυνεύει να γίνει ένα είδος διαρκούς casting εξουσίας. Οι πολίτες ψηφίζουν κόμματα, τα κόμματα διεκδικούν την ψήφο τους, αλλά οι πολιτικές διαδρομές των προσώπων παραμένουν ανοιχτές προς πολλές κατευθύνσεις.
Έτσι η ιδεολογία γίνεται λάστιχο. Η πολιτική συνέπεια γίνεται διαπραγματεύσιμη και η κομματική ένταξη γίνεται μια προσωρινή κατάσταση.
Και η έδρα (ή γενικότερα η διατήρηση της πολιτικής παρουσίας) κινδυνεύει να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία από την πολιτική διαδρομή που οδήγησε σε αυτήν. Εδώ βρίσκουμε και την αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιδεολογίες εξαφανίζονται, γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν στα προγράμματα, στις ομιλίες, στα συνθήματα, αλλά εκείνο που αποδυναμώνεται είναι η δεσμευτική τους ισχύς.
Η πολιτική παύει να λέει «πιστεύω σε αυτό και γι’ αυτό συγκρούομαι με εκείνο», αλλά αρχίζει να λέει «βρίσκομαι εδώ επειδή αυτή είναι σήμερα η θέση μου». Η διαφορά, όμως, είναι τεράστια, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πολιτική είναι σύγκρουση για το νόημα της κοινωνίας και στη δεύτερη γίνεται διαχείριση της θέσης μέσα στην κοινωνία και, κυρίως, μέσα στους μηχανισμούς της εξουσίας.
Αυτός είναι ο κίνδυνος του «πολιτικού γυρολογισμού»: Να μετατρέψει την πολιτική από σύγκρουση ιδεών σε αγορά πολιτικών θέσεων. Δεν χρειάζεται κανείς να υποστηρίξει ότι κάθε πολιτικός που αλλάζει χώρο το κάνει για προσωπικό όφελος. Αυτό θα ήταν μια αυθαίρετη και απλουστευτική γενίκευση. Το ζήτημα είναι σαφώς πιο σοβαρό, γιατί είναι θεσμικό και πολιτικό.
Όταν ένα σύστημα επιβραβεύει διαρκώς την προσαρμοστικότητα περισσότερο από τη συνέπεια, τότε παράγει αναπόφευκτα πολιτικούς που μαθαίνουν να προσαρμόζονται. Όταν οι κομματικές ταυτότητες γίνονται τόσο ρευστές, ώστε η μετάβαση από τον έναν χώρο στον άλλον να μπορεί να παρουσιάζεται ως σχεδόν αυτονόητη, τότε η πολιτική εκπροσώπηση χάνει μέρος της σημασίας της και, ασφαλώς, τότε ο πολίτης βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο. Ψηφίζει για να αλλάξει πολιτική και βλέπει να αλλάζουν κυρίως οι πολιτικές τοποθετήσεις των προσώπων. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα πίσω από τις μεταγραφές. Όχι ποιος πήγε πού. Αλλά τι σημαίνει πλέον το «πού».
Γιατί, αν όλα μπορούν να συνυπάρξουν με όλα, αν οι αντίπαλοι μπορούν να γίνουν σύμμαχοι και οι χθεσινές διαφορές να μετατρέπονται σε σημερινές συγκλίσεις, χωρίς σαφή πολιτική εξήγηση, τότε δεν έχουμε απλώς κρίση κομματικών ταυτοτήτων, έχουμε κρίση πολιτικού νοήματος. Και τότε η πολιτική δεν χρειάζεται πλέον να εγκαταλείψει τις ιδεολογίες, αρκεί να τις κάνει αναλώσιμες.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο πρόσωπο του σύγχρονου «πολιτικού γυρολογισμού», όχι ότι οι πολιτικοί αλλάζουν κόμματα, αλλά ότι μπορεί να φτάσουμε στο σημείο όπου τα κόμματα αλλάζουν πολιτικούς χωρίς να αλλάζουν πραγματικά την πολιτική τους σημασία. Και όταν η πολιτική διαφορά μετατρέπεται σε διαφορά διαχείρισης της εξουσίας, τότε το ερώτημα δεν είναι πλέον «ποιος βρίσκεται αριστερά ή δεξιά;», αλλά το ερώτημα είναι πολύ πιο σκληρό και είναι «πού βρίσκεται η πολιτική;».
Στην Πολιτική Φιλοσοφία υπάρχει ο όρος «πολιτικός τρανσφουγκισμός» (από την ισπανική λέξη «transfuguismo», προερχόμενη από το λατινικό «transfuga», που σημαίνει εκείνον που αυτομολεί) και εκφράζει τους πολιτικούς συμβιβασμούς, τις ανατοποθετήσεις των πολιτικών, που εντέλει οδηγούν στην αναπολιτιτικοποίση, δηλαδή στην εγκατάλειψη του πολιτικού πάθους. Στα ελληνικά πολιτικά χρονικά, το φαινόμενο είναι ευρύτερα γνωστό ως «αποστασία» ή «γυρολογισμός».
Αποτελεί την αλλοίωση της λαϊκής ετυμηγορίας και θεωρείται από πολλούς ως απάτη προς τους ψηφοφόρους, καθώς αλλάζει τις ισορροπίες πλειοψηφίας και μειοψηφίας, που καθορίστηκαν από την κάλπη. Σε χώρες όπως η Ισπανία και κράτη της Λατινικής Αμερικής, όπου ο όρος χρησιμοποιείται κατά κόρον, έχουν θεσπιστεί ειδικά μέτρα. Για παράδειγμα, στην Ισπανία υφίσταται το Pacto Antitransfuguismo (Σύμφωνο κατά του Τρανσφουγκισμού): Πρόκειται ουσιαστικά για έναν κώδικα δεοντολογίας μεταξύ των μεγάλων κομμάτων, με σκοπό την πολιτική απομόνωση όσων αλλάζουν κομματική στέγη, προκειμένου να αποτραπεί η διαφθορά στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και στο Κοινοβούλιο.
Μήπως θα πρέπει να το σκεφτούμε και για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα;
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».