Φεύγει…

Το 2008 φεύγει. Στο ισοζύγιό του έχει πολλά αρνητικά και ελάχιστα θετικά αποτελέσματα. Τα πολιτικά κόμματα, ιδίως τα δύο μεγάλα, αναλώθηκαν σε στείρες αντιπαραθέσεις κομματικού εγωισμού, προσπερνώντας τα καταπιεστικά προβλήματα της καθημερινότητας του πολίτη αλλά και παρακάμπτοντας τα ζωτικά συμφέροντα του Έθνους. Από την πατριωτική ατζέντα των δύο κομμάτων εξουσίας έχει διαγραφεί η χάραξη μιας ενιαίας, αταλάντευτης, σθεναρής και αποφασιστικής στρατηγικής σε ό,τι αφορά τα μείζονος σημασίας εθνικά θέματα και τη διαχείρισή τους (Κυπριακό, Σκοπιανό, Ελληνοτουρκικά). Η αντιμετώπισή τους είναι «παρεμπίπτουσα». Η ασφαλής πορεία τους έχει ως προϋπόθεση μια ισχυρή και πολυδιάστατη ενεργητική διπλωματία και μια ισχυρότερη αμυντική θωράκιση με αναβάθμιση όλων των προμαχώνων της εθνικής μας άμυνας. Οι δύο αυτοί πυλώνες πρέπει να έχουν την ομόθυμη στήριξη όλων των δυνάμεων του Έθνους. Όμως, δεν την έχουν.

Κατά τον χρόνο που φεύγει, το προσφιλές πεδίο της ταυρομαχίας ήταν το δύσοσμο, νοσηρό και βαλτώδες έδαφος των σκανδάλων, με κορυφαίο εκείνο του Βατοπεδίου. Το… απερχόμενο έτος αφήνει πίσω του βαθιά κρίση, την οποία κληροδοτεί στο 2009. Κρίση ηθική, κρίση κοινωνική, κρίση οικονομική και, όπως όλα δείχνουν, ο τόπος οδεύει και σε κρίση θεσμική, σε κρίση του συστήματος.

«Κατάφεραν» οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, με πρωταγωνιστές τα σκέλη του δικομματισμού να απαξιώσουν θεσμούς και αξίες. Κατάφεραν να αποδυναμώσουν θεσμούς, οι οποίοι χτίστηκαν μετά την κατάρρευση της χούντας και τους οποίους θεμελίωσαν δύο μεγάλοι πρωτομάστορες: Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου παντρεύοντας τον ρεαλισμό με το όραμα. Χάρη στις ισχυρές αυτές προσωπικότητες κατάφερε να στεριώσει, να ανδρωθεί και να επιζήσει μέχρι και σήμερα ο δικομματισμός, δηλαδή 34 ολόκληρα χρόνια, φαινόμενο μοναδικό στην ιστορία των αστικών κομμάτων στην Ελλάδα από την Εθνική μας Απελευθέρωση μέχρι σήμερα.

Όμως, ο δικομματισμός στα χέρια των νεώτερων διαχειριστών του, ταλανίζεται από την αμφισβήτηση και παρά τη φαινομενική του ανάκαμψη, ακολουθεί πορεία αποδυνάμωσης. Και οι λόγοι είναι εγγενείς, οργανικοί, ενδεχομένως και βιολογικοί… Εγέρασε… εν αμαρτίαις.

Φεύγει το 2008 με την οδυνηρή εμπειρία της «δεκεμβριανής» εξέγερσης των μαθητών – φοιτητών, μιας εξέγερσης η οποία είχε και κινηματικά χαρακτηριστικά. Το εκρηκτικό μείγμα αυτής της εξέγερσης ήταν η συσσώρευση απογοήτευσης και απελπισίας μαζί με την οργή και την αγανάκτηση του λαού. Είναι αποτέλεσμα της βιοτικής του ανάγκης μαζί με τις συνεχείς προκλήσεις της πολιτικής ελίτ του τόπου. Μιας ελίτ, η οποία απολαμβάνει τη χλιδή, την οποία απέκτησε με μεθόδους μακράν της ηθικής και της νομιμότητας.

Σε ένα απέραντο τέλμα επιπλέει ακόμα το πολιτικό μας σύστημα. Ένα ακόμα τέλμα, του οποίου συστατικό είναι μια διαλυμένη, εν πολλοίς, διεφθαρμένη, επικίνδυνα αντιπαραγωγική και προκλητικά «ετσιθελική» δημόσια διοίκηση, φορέας της πιο άθλιας συναλλαγής, η οποία παρά το γεγονός ότι είναι μισθοδοτούμενη (σιτιζόμενη) από τον ιδρώτα του αγρίως φορολογούμενου λαού, κυριαρχείται όχι από αντίληψη υπηρέτη, αλλά από αντίληψη δυνάστη. Ένα τέλμα στο οποίο η δημόσια υγεία έχει γνωρίσει τη μεγαλύτερη υποβάθμιση και κυριαρχείται από τη φακελοκρατία.

Ένα τέλμα στο οποίο η Παιδεία επωάζει και παράγει κοάζοντες βατράχους. Μια Παιδεία στην οποία το πανεπιστημιακό άσυλο από ιερός χώρος της ελεύθερης διακίνησης ιδεών, από κυψέλη γνώσης, έχει μετατραπεί σε άντρο (σπήλαιο) νταβέληδων και τζατζάδων με την ανοχή των «εχεφρόνων» δασκάλων, των αφρόνων γονιών, των συμφεροντοφρόνων πολιτικών και των «νομιμοφρόνων» φοιτητών, οι οποίοι ενώ αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία, αδυνατούν να υπερασπιστούν τα φοιτητικά τους δικαιώματα τα οποία βιαίως τους τα στερεί ο μειοψηφικός θεσμός των «κουκουλοφόρων».

Φεύγει το 2008 κληροδοτώντας στον καινούργιο χρόνο τρομακτικά ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά βάρη τα οποία δυστυχώς δεν μπορεί να τα αναλάβει ούτε με το ευεργέτημα της απογραφής. Δεν μπορεί να αποσείσει την κατάχρεη κληρονομιά του. Και βεβαίως ο γηρασμένος δικομματισμός, χωρίς επαναϊδεολογικοποίηση ενός εκάστου των σκελών του, χωρίς ανανέωση και επαναπροσδιορισμό του ρόλου του, χωρίς αυτοκάθαρση και του προορισμού του απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις των καιρών, χωρίς επίγνωση της τεράστιας εθνικής ευθύνης, θα βρεθεί μπροστά σε τραγικά αδιέξοδα. Έτσι όπως βαδίζει, χωρίς όραμα, δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί όχι μόνο τα μεγάλα ζητήματα του τόπου, αλλά ούτε τον εαυτό του. Γιατί οι εξελίξεις τρέχουν γρηγορότερα από τα κουρασμένα του βήματα. Όσοι αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων και δεν κατανοούν ότι τα μείζονος σημασίας ζητήματα της διοίκησης, της Παιδείας, της Υγείας, της εθνικής μας κυριαρχίας απαιτούν εθνική συνεννόηση και πολιτική συναίνεση ας μη βλέπουν υπονομευτές, εφιάλτες και συνωμότες. Ό,τι μέλλει να προκύψει είναι η νομοτελειακή συνέπεια των αδυναμιών του συστήματος, αδυναμίες στις οποίες συνέβαλε και ο ίδιος ο δικομματισμός. Είναι το αποτέλεσμα των δικών του πολιτικών αδιεξόδων, αδιέξοδα τα οποία δημιούργησε η πολιτική ομογενοποίηση κυρίως όμως η διακομματική διαφθορά σε όλο το δημόσιο σύστημα εξουσίας. Πριν.. αναζητήσουν συνωμότες ας προσπαθήσουν να καταλάβουν τις βαθύτερες διεργασίες που συντελούνται στο κοινωνικό υπόβαθρο. Είναι σεισμοφόρες.

Είναι προφανές ότι η ταχεία χρεοκοπία της μονοσκελούς συντηρητικής διακυβέρνησης οδηγεί στην ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών το έτερο σκέλος. Και έχει, είμαι βέβαιος, καλές προθέσεις. Αλλά είναι τόσο μεγάλα και τόσο δυσεπίλυτα τα προβλήματα του τόπου που δεν αρκούν οι καλές προθέσεις. Χρειάζεται κάτι περισσότερο. Χρειάζεται, επαναλαμβάνουμε, συναίνεση και εθνική συνεννόηση. Και να έχουν υπόψη τους όλοι ότι μια ακόμα κυβερνητική χρεοκοπία θα οδηγήσει τον δικομματισμό στον καταποντισμό και τον τόπο στο χάος.