
Υπαρκτό και σοβαρό πρόβλημα η σήψη στην Ελλάδα
Του
ΑΡΗ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗ
«H σήψη παραμένει μια σιωπηλή πανδημία που κοστίζει εκατομμύρια ζωές κάθε χρόνο», επισημαίνει ο πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Μελέτης της Σήψης και πρόεδρος του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού Οργανισμού (European Sepsis Alliance) Ευάγγελος Γιαμαρέλλος – Μπουρμπούλης, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Σήψης.
Στην Ελλάδα, με περίπου 120.000 περιστατικά ετησίως και θνητότητα που σε πολλές περιπτώσεις φτάνει έως το 50% – 60%, το πρόβλημα είναι υπαρκτό και σοβαρό. Το ποσοστό των ασθενών με σήψη που πεθαίνουν στη χώρα μας κυμαίνεται περίπου στο 35% – 50%, με κάποιες βαριές περιπτώσεις και σε μονάδες εντατικής θεραπείας να φτάνουν μέχρι το 60%, ενώ ο επιπολασμός των νοσοκομειακών λοιμώξεων και η υψηλή χρήση αντιβιοτικών, ειδικά πολυανθεκτικών στελεχών, επιδεινώνουν τα αποτελέσματα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Global Sepsis Alliance (GSA), κάθε χρόνο καταγράφονται περίπου 50 εκατομμύρια περιστατικά σήψης παγκοσμίως. Περισσότεροι από 11 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν, δηλαδή 1 θάνατος κάθε 2,8 δευτερόλεπτα.
Η σήψη είναι η πρώτη αιτία θανάτου από λοίμωξη, ξεπερνώντας συνολικά τον καρκίνο του μαστού, του παχέος εντέρου και τον HIV/AIDS. Σχεδόν το 50% των περιστατικών αφορά παιδιά και νεογνά.
Η σήψη προκαλείται όταν ο οργανισμός αντιδρά υπερβολικά σε μια λοίμωξη, με αποτέλεσμα πολυοργανική ανεπάρκεια και, εάν δεν υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση, θάνατο. Πιο συγκεκριμένα, η σήψη είναι μια ακραία μορφή λοίμωξης, κατά την οποία τα μικρόβια τροποποιούν την απάντηση του ανοσιακού μηχανισμού του ασθενούς με τέτοιο τρόπο, ώστε τελικά αυτή η απάντηση να στρέφεται εναντίον του και να καταστρέφει τα όργανα ή να τον οδηγεί στον θάνατο.
Σύμφωνα με τον κ. Γιαμαρέλλο – Μπουρμπούλη, «στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι υπαρκτό και σοβαρό, η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η σωστή ενημέρωση του κοινού και των επαγγελματιών υγείας μπορούν να σώσουν χιλιάδες ζωές.
Το μήνυμά μας είναι σαφές: η σήψη μπορεί να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί, και το ΕΙΜΣ θα συνεχίσει να εργάζεται συστηματικά, σε συνεργασία με την Πολιτεία και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, ώστε να μειωθεί δραστικά η θνητότητα».