Το υπαρξιακό αδιέξοδο της ΕΕ και η αφαίμαξη των κοινοτικών πόρων για την Ουκρανία εις βάρος των συμφερόντων των ευρωπαϊκών λαών

Το υπαρξιακό αδιέξοδο της ΕΕ και η αφαίμαξη των κοινοτικών πόρων για την Ουκρανία εις βάρος των συμφερόντων των ευρωπαϊκών λαών

Πακτωλό χρημάτων ετοιμάζεται να διαθέσει η ΕΕ για την Ουκρανία, σε μια προσπάθεια που πολλοί προεξοφλούν ότι έχει ήδη κριθεί εις βάρος του Κιέβου, την ώρα που η ίδια η Ευρώπη αντιμετωπίζει διλήμματα υπαρξιακής κλίμακας, τα οποία αποδυναμώνουν τη θέση της στο διεθνές σύστημα και υπονομεύουν συγχρόνως την κοινωνική συνοχή.

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, οι ηγέτες δεν τόλμησαν να προχωρήσουν στην αποδοχή της πρότασης που έθεταν πιεστικά οι Γερμανοί και η Κομισιόν, η οποία προέβλεπε την κατάσχεση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, ύψους 210 δισ. δολαρίων, προκειμένου με αυτά να χρηματοδοτηθεί το καθεστώς Ζελένσκι στην Ουκρανία, ως μια μορφή πολεμικών αποζημιώσεων.

Η Μόσχα είχε προειδοποιήσει ότι μια τέτοια κίνηση θα ξεπερνούσε την κόκκινη γραμμή, θα προχωρούσε σε αντίποινα σε δυτικά περιουσιακά στοιχεία που έχουν απομείνει στη Ρωσία και συγχρόνως θα στρεφόταν δικαστικά εναντίον του αρμόδιου αποθετηρίου τίτλων στο Βέλγιο, το οποίο διακρατεί το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Το Βέλγιο είχε δηλώσει εξαρχής αντίθετο, καθώς υπήρχε ο κίνδυνος να καταλογιστεί στην ίδια τη χώρα η καταβολή αποζημιώσεων δεκάδων δισ. δολαρίων, και ζητούσε να υπάρξουν αμοιβαίες εγγυήσεις από τις άλλες χώρες της ΕΕ.

Κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να συμβεί και έτσι οι ευρωπαίοι ηγέτες, με την εξαίρεση της Ουγγαρίας, της Σλοβακίας και της Τσεχίας, αποφάσισαν να προσφέρουν ένα δάνειο 90 δισ. ευρώ, το οποίο θα δανειστούν οι ίδιοι υπό μορφή ευρωομολόγου, προκειμένου να καλυφθούν οι βασικές ανάγκες της Ουκρανίας την επόμενη διετία. Ως εγγύηση για το δάνειο αυτό θα παραμείνουν παγωμένα τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμιά αναφορά στη χρονική διάρκεια του δανείου, ενώ το πλέον ανησυχητικό είναι ότι στην απόφαση της Συνόδου Κορυφής αναφέρεται πως το δάνειο δεν θα αρχίσει να αποπληρώνεται πριν η Ουκρανία αποζημιωθεί από τη Ρωσία.

Όλα αυτά είναι εξαιρετικά ασαφή και δημιουργούν την εικόνα ότι τελικά οι ευρωπαίοι πολίτες θα φορτωθούν αυτό το «θαλασσοδάνειο» των 90 δισ. ευρώ. Διότι, προφανώς, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η Ουκρανία θα λάβει πολεμικές αποζημιώσεις από τη Ρωσία. Συνήθως, άλλωστε, οι πολεμικές αποζημιώσεις επιβάλλονται στον ηττημένο μιας σύγκρουσης και η Ουκρανία δύσκολα θα βρεθεί στη θέση του νικητή, όπως δείχνει η εξέλιξη των γεγονότων.

Και μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να δήλωνε καθησυχαστικά ότι τα χρήματα αυτά θα προέλθουν από το περιθώριο του δημοσιονομικού χώρου, και, επομένως, δεν θα πλήξουν τα δημοσιονομικά της ΕΕ, είναι όμως προφανές ότι τα 90 δισ. τελικά θα φορτωθούν στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

Και δείχνει ακόμη ότι εκεί που η ΕΕ και η Γερμανία αρνούνταν πεισματικά την έκδοση ευρωομολόγου για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Ευρώπη αλλά και για τη χρηματοδότηση νέων, μεγαλεπήβολων σχεδίων, είτε για την Άμυνα είτε για την Καινοτομία, τελικά με σχετική ευκολία δέχθηκαν να συμβεί αυτό για την ενίσχυση της Ουκρανίας.

Αυτό ακριβώς αποτυπώνει την πλήρη αδυναμία και την ανυποληψία της ΕΕ και της πολιτικής ηγεσίας της: Ενώ καλείται η ίδια να καλύψει το μεγάλο κενό στη στήριξη της Ουκρανίας, είναι ουσιαστικά αποκλεισμένη από τις συνομιλίες που διεξάγονται για το μέλλον της χώρας και για την ειρήνευση με τη Ρωσία, τις οποίες έχει αναλάβει αποκλειστικά η προσωπική ομάδα του Προέδρου Τραμπ, με επικεφαλής τον στενό φίλο του, επιχειρηματία Στίβεν Γουίτκοφ και τον γαμπρό του, Τζάρεντ Κούσνερ.

Ο γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν υποχρεώθηκε βεβαίως να δηλώσει ότι ίσως ήρθε ώρα και οι Ευρωπαίοι να ξαναμιλήσουν με τον Πούτιν, κάτι που θα αποτελούσε θετική εξέλιξη, καθώς σε μια διαπραγμάτευση με τη Ρωσία δεν μπορεί να είναι απούσα η ίδια η Ευρώπη. Ωστόσο, στο εσωτερικό της ΕΕ θα πρέπει να ξεπεραστούν οι εμμονές και οι κραυγές των χωρών της Βαλτικής και της Βόρειας Ευρώπης, οι οποίες ζουν ακόμη στα σύνδρομα του Ψυχρού Πολέμου και θεωρούν ότι, με όχημα την Ουκρανία, θα οδηγήσουν σε κατάρρευση τη Ρωσία και τον Πούτιν και έτσι θα απαλλαγούν διά παντός από έναν μεγάλο και ενδεχομένως επιθετικό γείτονα και θα πάρουν τη ρεβάνς για όσα βίωσαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

Προφανώς, και για την Ελλάδα είναι εξαιρετικά αρνητικό ένας πόλεμος όπως αυτός να ολοκληρωθεί με την ήττα της Ουκρανίας, και μάλιστα με την αποδοχή των εδαφικών κατακτήσεων της Ρωσίας, ακόμη περισσότερο δε με το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί η Ουκρανία να παραχωρήσει και μικρά τμήματα εδαφών που ακόμη κατέχει και δεν έχει μπορέσει να καταλάβει η Ρωσία διά των όπλων. Η αποδοχή και η νομιμοποίηση της αλλαγής συνόρων διά της βίας αποτελεί εξαιρετικά δυσάρεστη εξέλιξη, καθώς ενισχύει τις αναθεωρητικές δυνάμεις.

Υπάρχει, όμως, και η σκληρή πραγματικότητα: Η Ουκρανία, παρά τη βοήθεια που έχει δεχθεί από τη Δύση τα τελευταία χρόνια, δεν μπόρεσε να απελευθερώσει τις περιοχές που έχει ήδη καταλάβει η Ρωσία. Και κανείς δεν είναι βέβαιος εάν η βοήθεια που προσφέρεται από τους συμμάχους, πλέον με ολοένα μεγαλύτερη δυσθυμία, θα μπορέσει να κρατήσει τη γραμμή του μετώπου στα σημερινά της σημεία.

Δυστυχώς, και στην Ουκρανία επιβεβαιώνεται ότι τα εδάφη που χάνο­νται με τα όπλα δεν επιστρέφονται με συνομιλίες.

Και όσο πιο γρήγορα γίνει αυτό α­ντιληπτό, ώστε οι συνομιλίες να επικεντρωθούν κυρίως στις εγγυήσεις ασφαλείας και στην ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, τόσο θα αποτραπεί η ανακύκλωση των συγκρούσεων, με περισσότερες ανθρώπινες απώλειες και μεγαλύτερη καταστροφή υποδομών.

Η Ουκρανία μπορεί να πραγματοποιεί ορισμένα εντυπωσιακά πλήγματα με drones, είτε σε υποδομές της Ρωσίας είτε σε εμπορικά ή ακόμη και πολεμικά πλοία –όχι μόνο στη Μαύρη Θάλασσα, αλλά φτάνοντας μέχρι την Κασπία και τη Μεσόγειο–, ωστόσο, με τα πλήγματα αυτά δεν μπορεί να απελευθερώσει τις περιοχές που έχουν καταλάβει οι Ρώσοι, στις οποίες –και αυτό δεν πρέπει να λησμονείται– κατοικούν κυρίως ρωσόφωνοι πληθυσμοί.

Μπροστά σε αυτές τις δύσκολες επιλογές βρίσκεται η ΕΕ, και τα κράτη-μέλη της, καθώς και οι κυβερνήσεις, που σήμερα στηρίζουν σχεδόν με λευκή επιταγή τις επιλογές Ζελένσκι, σύντομα θα βρεθούν να απολογού­νται στην κοινή γνώμη και στους πολίτες τους, οι οποίοι βλέπουν δεκάδες δισεκατομμύρια να κατευθύνονται σε έναν, όπως όλα δείχνουν, χαμένο πόλεμο, την ώρα που η οικονομική παρακμή και η υποχώρηση του κοινωνικού κράτους πλήττουν την ίδια την καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Φωτό: POOL PHOTO/ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ/EUROKINISSI
ΤΟ ΠΑΡΟΝ