
Το παγόβουνο – Του Ν. Γ. Χαριτάκη

Υπό
Ν. Γ. ΧΑΡΙΤΑΚΗ
Πρώην Επίκουρου Καθηγητή Οικονομικών του ΕΚΠΑ
[email protected]
Η έκφραση «η κορυφή του παγόβουνου» είναι πλέον ξεπερασμένη. Το απόστημα έσπασε και η κοινωνία αναγνώρισε αυτό που για πολλές δεκαετίες, αλλά κυρίως μετά την παγκόσμια κρίση, είχε ως «κρυφό καμάρι». Η ιστορική φράση του Θ. Πάγκαλου. αν και σε όλους μας γνωστή και ειλικρινής, επιβεβαιώθηκε περίτρανα.
Η στοιχειώδης οικονομική σκέψη προϋποθέτει ότι καμιά κοινωνία δεν μπορεί να καταναλώνει και να αποταμιεύσει περισσότερο από την πραγματική της παραγωγική δυνατότητα. Η χρέωση των επόμενων γενεών και των εταίρων έχει όριο την πραγματική οικονομική θέση του σήμερα.
Ανασφάλιστα δάνεια, ψευδείς επιδοτήσεις, φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, κρατικές εγγυήσεις επενδύσεων που δεν ολοκληρώθηκαν αλλά και δεν πληρώθηκαν, συναλλαγματικοί κίνδυνοι από μεταβολή των ισοτιμιών που δεν αναγνωρίστηκαν, προστασία πρώτης κατοικίας σε άτομα με μη εξακριβωμένη περιουσιακή κατάσταση, ανακοπές ή ακόμη και νομικές στρεβλώσεις, εμπόδια στις διαδικασίες με ορίζοντα τη δικαστική απραξία, «φιλικές» διαμεσολαβήσεις και ερμηνευτικές εγκύκλιοι με αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις, γονικές παροχές, «χρυσές βίζες» και συναλλαγές χωρίς «πόθεν έσχες», λαθρεμπόριο από επιχειρήσεις-φαντάσματα είναι το παγόβουνο που ΟΛΟΙ μας γνωρίζαμε. Και πάνω απ’ όλα ένα Δημόσιο που δεν γνώριζε ή έκανε πως δεν γνώριζε τις ευθύνες του και τις υποχρεώσεις του.
«Μοιραίοι και άβουλοι αντάμα…», που έλεγε κι ο ποιητής. Οι φράσεις «κορόιδο είσαι» και «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα» είναι ενδεικτικές της πραγματικότητας που κάλυπτε η αιχμή του παγόβουνου.
Έπρεπε να φτάσουμε στη μετωπική σύγκρουση δύο τρένων που μπορούσαν να κινούνται σε διαφορετικές γραμμές, έπρεπε να μας πουν ότι τα κοπάδια βόσκουν σε άλλες περιοχές από εκεί που βρίσκονται, έπρεπε να μας πει το κράτος να προσέξουμε γιατί πλέον τα πάντα είναι καταγεγραμμένα και δυνάμενα να αξιολογηθούν, για να αναλογιστούμε ότι ο φραπές δεν είναι απλά ρόφημα αλλά και μορφή κοινωνικής συμπεριφοράς.
Η ιστορική φράση του Θ. Πάγκαλου σήμερα στοιχειώνει τη Μεταπολίτευση. Από το «είπαμε ένα δωράκι, αλλά όχι και 500 εκατ. μέχρι τον φραπέ» η απόσταση είναι ελάχιστη. Ίδια κίνητρα, ίδια και η κοινωνική αδιαφορία.
Όταν η πραγματικότητα μας στοιχειώνει, η λύση δίνεται από την ευθύνη έναντι των θεσμών και τη δικαιοσύνη. Απλώς ας αποδοθούν «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι», πειθαρχικά και αστικά.
Η λύση που προτείνεται είναι απλή και έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για τη χώρα μας στη συμφωνία των Μνημονίων. Υπήρχε μία εκτεταμένη και μη βιώσιμη υπερχρέωση του Δημοσίου, ενώ το ελληνικό κράτος όφειλε να ζήσει μέσα στο ευρώ. Έγινε ρύθμιση, έγινε αναδιάρθρωση, υπήρξαν οι εγγυήσεις με τον τίτλο «Μνημόνια», δημιουργήθηκαν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και η οικονομία προχώρησε. Αποδείξαμε ότι μπορούμε να είμαστε και φερέγγυοι και ανθεκτικοί στους πιθανούς κίνδυνους, π.χ., Covid. Η έκφραση της λαϊκής εντολής, όπως εκφράστηκε με τη δημοκρατική διαδικασία αλλά και με τη συμπεριφορά των πολιτικών ηγετών και των κομμάτων, χωρίς μικροπολιτικές εκφάνσεις, επισημοποίησε αυτήν την εντολή.
Σήμερα είμαστε αντιμέτωποι με τα «καθ’ ημάς». Τα δεινά και τα κατάλοιπα της Μεταπολίτευσης απαιτούν εθνική υπέρβαση. Ένα ισχυρό οικονομικά κράτος μπορεί να είναι δίκαιο και φιλεύσπλαχνο. Η κοινωνική λογική, όπως αυτή προκύπτει από την απονομή της ισονομίας, δεν αποτελεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαλότητας, ούτε βέβαια και μικροπολιτικής εκμετάλλευσης. Η πολιτική υπέρβαση είναι αναγκαία.
Προσωπικά, θεωρώ ότι το παρελθόν μας βαρύνει όλους. Για να μπορέσουμε λοιπόν να ξεπεράσουμε ανώδυνα τις αντιξοότητες και τις αντεγκλήσεις, απαιτείται καταρχήν συνεργασία. Στη συνέχεια επιβάλλεται το Δημόσιο να απαιτήσει αυτά που νομίμως δικαιούται. Χωρίς διακρίσεις, κάτι αντίστοιχο έγινε και με τη χώρα μας, όταν οι εταίροι μας κάλυψαν τη μεγαλύτερη διαγραφή δημοσίου χρέους στην παγκόσμια ιστορία.
Στη συνέχεια, το εγχώριο τραπεζικό σύστημα οφείλει να δεχτεί ότι δεν μπορεί με λογιστικά και νομικά «τερτίπια» να διαχειρίζεται την οικονομία ως και να είναι ηγέτης. Η πρόσφατη θέση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης κ. Χατζηδάκη «δεν λέμε ότι οι τράπεζες φταίνε για όλα, αλλά δεν μπορούν να βγάζουν από τη μύγα ξίγκι», όπως και η θέση του πρωθυπουργού ότι «οι κλέφτες θα πληρώσουν» είναι καθοριστικές σε ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει μετά τον Σεπτέμβριο. Όσοι, ιδιαίτερα στο τραπεζικό σύστημα, θεωρούν ότι αυτές οι απόψεις είναι αυστηρές και πιθανώς ενέχουν και μια σχετική διαλλαξία κατά την εφαρμογή, τους προτείνω να μελετήσουν καλύτερα τους διαλόγους της καγκελαρίου Μέρκελ, όταν αντιμετώπιζε το παγκόσμιο τραπεζικό κατεστημένο στη διαγραφή του ελληνικού δημοσίου χρέους. Πώς, για παράδειγμα, οι τράπεζες, από την αρχική τους πρόταση για 32%, κατέληξαν να δεχτούν με διακρατική εγγύηση 72%.
Δεν είναι σκόπιμο, όμως, να σταματήσουμε εδώ. Δεν είναι λίγοι οι δημόσιοι λειτουργοί που απέφυγαν να τοποθετηθούν έναντι των ευθυνών τους, θεωρώντας ότι οι πειθαρχικές διώξεις δεν τους αφορούν. Δεν είναι λίγοι οι τραπεζικοί υπάλληλοι που, με την καθοδήγηση στελεχών, λειτούργησαν σε διάσταση με το ισχύον νομικό και ευρωπαϊκό καθεστώς. Δεν είναι λίγοι, τέλος, εκείνοι που χρησιμοποίησαν αυτές τις αδυναμίες και, λάθρα βιώσαντες, επέπλευσαν μέχρι σήμερα.
Η δαμόκλειος σπάθη των ποινικών δικαστηρίων και η ανυπαρξία καταλογισμού διοικητικών ευθυνών είτε στα στελέχη είτε στους διευθυντές υπουργείων δεν μπορεί να κλείνει προς τη μία κατεύθυνση, εκείνη του πλέον ευάλωτου. Σε τελική ανάλυση, η χώρα δεν μπορεί να λειτουργεί ως ζούγκλα, όταν η νομική προστασία υπάρχει, αλλά δεν εφαρμόζεται.
Η θέση είναι απλή. Ο κύκλος της Μεταπολίτευσης έκλεισε. Η κοινωνία οφείλει να προχωρήσει στα ευρωπαϊκά γενόμενα. Έξω από παρελθόν και συμπάθειες. Ας το κατανοήσουμε και ας προσαρμοστούμε ανάλογα, αναγνωρίζοντας ότι ο Θ. Πάγκαλος είχε και τότε και σήμερα απόλυτα δίκιο.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ