
Το νέο δόγμα ασφαλείας του Τραμπ περιθωριοποιεί την ΕΕ και θέτει νέες προκλήσεις για την Ελλάδα και την Κύπρο
Ενώπιον στρατηγικού αδιεξόδου βρίσκεται η ΕΕ, καθώς το νέο δόγμα Τραμπ για τη στρατηγική ασφαλείας των ΗΠΑ όχι απλώς δεν την υπολογίζει ως αξιόπιστη σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών η Ευρώπη, αλλά αντιθέτως την αντιμετωπίζει ως μεγάλο βαρίδι και τη θεωρεί τροχοπέδη για τις στρατηγικές επιδιώξεις της Αμερικής.
H ανυποληψία της ΕΕ έχει εκδηλωθεί εδώ και πολύ καιρό, καθώς η Ένωση ακολουθεί φθίνουσα πορεία. Ελλείψει ηγεσιών, ελλείψει οράματος και με τα εγγενή δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει εκ γενετής το ευρωπαϊκό πείραμα να έχουν πλέον οξυνθεί, η Ευρώπη βρίσκεται πια αντιμέτωπη με μια σκληρή πραγματικότητα που δημιουργεί η πολιτική του Τραμπ «Πρώτα η Αμερική».
Το δόγμα που παρουσίασε ο Λευκός Οίκος για τη στρατηγική ασφαλείας των ΗΠΑ αποτέλεσε μια μεγάλη ψυχρολουσία για την Ευρώπη, καθώς όχι μόνο αναδεικνύει τη μονομέρεια των ΗΠΑ, αλλά κυρίως καθιστά σαφές ότι η διατλαντική σχέση, όπως τη γνωρίσαμε, έχει πλέον περάσει στο παρελθόν. Και έτσι βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για την Ευρώπη, όπου η φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία, στην οποία στήριξε την οικονομία της μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά και η επίσης δωρεάν εγγύηση της ασφάλειάς της από τις ΗΠΑ για 80 χρόνια, δεν υπάρχουν πλέον…
Ωστόσο, το έγγραφο που παρουσίασε ο Λευκός Οίκος περιείχε ορισμένα σοκαριστικά για την Ευρώπη στοιχεία και εκτιμήσεις.
Ο κ. Τραμπ θεωρεί ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε αποδόμηση και πολιτιστική αποσύνθεση και ότι ρόλο σε αυτήν την παρακμή διαδραματίζει το Μεταναστευτικό (αλλά και η woke ατζέντα), ενώ μάλιστα προβλέπει ότι σε λίγα χρόνια πολλές χώρες δεν θα είναι πλέον ευρωπαϊκές και επίσης δεν θα είναι καθόλου αξιόπιστες ως σύμμαχοι των ΗΠΑ.
Σε ό,τι αφορά, δε, τον πόλεμο της Ουκρανίας, η Ουάσινγκτον δεν κρύβει ότι επιθυμεί τη σύντομη επίλυση της κρίσης, προκειμένου να αποκατασταθεί μια σχέση με τη Ρωσία.
Ακόμη πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το γεγονός ότι ο κ. Τραμπ βλέπει πλέον την Ευρώπη όχι ως ενιαίο σύνολο, αλλά ως κράτη-μέλη, εκ των οποίων μάλιστα κάνει διαχωρισμό, εκθειάζοντας εκείνα που συμπορεύονται μαζί του και ιδεολογικά. Η αναζήτηση συμμάχων εντός της ΕΕ, που ακριβώς επιβουλεύονται το μέλλον της ενιαίας Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η στήριξη ακραίων, ρατσιστικών και ακροδεξιών κινημάτων και κομμάτων στην Ευρώπη προκαλεί μεγάλη ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η ανατροπή που φέρνει η νέα αντίληψη Τραμπ για τη διατλαντική συνεργασία αλλά και οι προτεραιότητες που θέτει το Έγγραφο Στρατηγικής Ασφάλειας θέτουν την Ευρώπη προ των ευθυνών της πλέον, καθώς δεν μπορεί να δικαιολογηθεί άλλη περαιτέρω αδράνεια και εφησυχασμός.
Η νέα κατάσταση ενδιαφέρει άμεσα και την Ελλάδα, καθώς δείχνει το πώς θα πορευθεί από εδώ και πέρα η αμερικανική κυβέρνηση τόσο στις σχέσεις με την ΕΕ όσο και στα περιφερειακά ζητήματα και κρίσεις.
Το τίμημα για την ενίσχυση και τη διασφάλιση της ευρωπαϊκής ασφάλειας θα εκτιναχθεί ως κόστος, προκειμένου να καλυφθεί το κενό που αφήνει η Ουάσινγκτον, και αυτό θα επιβαρύνει τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Ειδικότερα όσον αφορά την Ουκρανία, θα απαιτηθεί η μεταφορά εθνικών πόρων, που είναι αναγκαίοι για την ελληνική άμυνα απέναντι στις απειλές ασφαλείας που αντιμετωπίζει η χώρα, ώστε να διατεθούν στην Ουκρανία.
Όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ, περιγράφοντας ποιες ευρωπαϊκές χώρες και ηγέτες θαυμάζει, με ποιους θέλει να συνεργάζεται και ποιους θα ενισχύσει, καθιστά σαφές ότι περιλαμβάνει την Τουρκία και τον Ταγίπ Ερντογάν.
Σε κάθε ευκαιρία, ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρεται με σχεδόν θαυμασμό στον Ταγίπ Ερντογάν και είναι προφανές ότι σε μια ενδεχόμενη κρίση στην ευρύτερη περιοχή θα είχε μεγαλύτερη άνεση επικοινωνίας πρωτίστως με τον τούρκο Πρόεδρο. Αυτό, βεβαίως, δεν προεξοφλεί τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετώπιζε την ίδια την εστία της κρίσης.
Διαπιστώνουμε ότι, παρά την πολύ καλή σχέση που διατηρεί με τον τούρκο Πρόεδρο και την έκφραση καλών προθέσεων σχεδόν έναν χρόνο πριν, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει δώσει το πράσινο φως για την πώληση των F-35 στην Τουρκία, κάτι που επιδιώκει μανιωδώς η Άγκυρα. Μάλιστα, ακόμη και ο φιλότουρκος αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα Τομ Μπάρακ δήλωσε ότι τελικά η πώληση των F-35 συνδέεται ευθέως με την απόσυρση των S-400.
Επίσης, ο Ντόναλντ Τραμπ, παρά τις αψιμαχίες με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, παραμένει σταθερά προσηλωμένος στη στήριξη του Ισραήλ σε περιφερειακό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα και η Κύπρος διαθέτουν ένα ισχυρό χαρτί, μέσω των διμερών σχέσεων αλλά και της τριμερούς συνεργασίας με το Ισραήλ.
Για την Αθήνα, όμως, η τροπή που έχει πάρει ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ανησυχητική. Ευρωπαίοι παράγοντες επιδιώκουν να επιβάλουν την αντίληψη ότι μια ρωσική επίθεση εναντίον της Ευρώπης είναι επικείμενη, γεγονός που οδηγεί σε μεγαλύτερη στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης, στη διάθεση πόρων εκατοντάδων δισ. ευρώ στην πολεμική βιομηχανία και όχι στην παραγωγική ανασυγκρότηση της ΕΕ. Τελικά, ρίχνονται οριστικά οι γέφυρες με τη Ρωσία, δημιουργώντας ένα μη υγιές περιβάλλον ασφάλειας στην Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, και οι πιέσεις που ασκούνται στην Ουκρανία για να αποδεχθεί την ειρήνη αφορούν τελικά τη νομιμοποίηση των εδαφών που κατέλαβαν διά της βίας οι Ρώσοι και επιβάλλεται, εντέλει, η αρχή ότι η βία παράγει δίκαιο. Μια τέτοια κατάληξη του πολέμου στην Ουκρανία ουσιαστικά θα αποτελέσει επιβεβαίωση του πιο ακραία εκφρασμένου αναθεωρητισμού των τελευταίων χρόνων, υπενθυμίζοντας βεβαίως ότι ο άλλος αναθεωρητισμός στην περιοχή είναι ο τουρκικός, ο οποίος έχει μεταξύ των κορυφαίων στόχων του το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο.
Αυτό θα πρέπει να βάλει σε σκέψη τόσο την Αθήνα όσο και τη Λευκωσία, σε μια περίοδο κατά την οποία, όπως όλα δείχνουν, το Διεθνές Δίκαιο και η διεθνής νομιμότητα υποχωρούν και υποβαθμίζονται.
Σε ένα νέο παγκόσμιο περιβάλλον, που σφραγίζεται από τις στρατηγικές επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ αλλά και από την ταυτόχρονη αδυναμία της ΕΕ να αναπτύξει μια στρατηγική οικονομικής, αμυντικής, ενεργειακής και τεχνολογικής αυτονομίας, η θέση των μεσαίων και μικρών χωρών, όπως η Ελλάδα, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη.
Τα διλήμματα που καλούνται να απαντηθούν πλέον δεν αφορούν επιλογές μίας κυβέρνησης ή ενός πρωθυπουργού, αλλά απαιτούν ευρύτατη εθνική συναίνεση, καθώς αφορούν τόσο τις συμμαχίες της χώρας όσο και τις ισορροπίες στο νέο διεθνές περιβάλλον.