
Το «Ελλάς – Γαλλία – Συμμαχία» και οι ψευδαισθήσεις των διαχρονικών συμμαχιών
Ενώ η Αθήνα και η κυβέρνηση ζουν ακόμη στον αστερισμό του «Ελλάς – Γαλλία – Συμμαχία» και των δεσμεύσεων Μακρόν ότι θα σταθεί δίπλα μας εάν απειληθεί η κυριαρχία της χώρας, η κυβέρνηση δείχνει να είναι σε… βέρτιγκο σε ό,τι αφορά κεντρικές επιλογές της εξωτερικής πολιτικής για τις συμμαχίες της χώρας.
Kαι αυτό τη στιγμή που ήταν προφανής η προσπάθεια να αλλάξει τη δυστοπική ατζέντα, με τις φιέστες στη Ρωμαϊκή Αγορά, στο λιμάνι του Πειραιά, στο κατάστρωμα της φρεγάτας «ΚΙΜΩΝ» και στο Μέγαρο Μαξίμου, και για την προβολή και πάλι της εικόνας ενός πρωθυπουργού που «έξω τα πάει καλά».
Η σχέση με τη Γαλλία είναι σχεδόν διαχρονική και πολύ ισχυρή, αλλά θα πρέπει και αυτές οι σχέσεις να ιδωθούν μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των γεωπολιτικών ανακατατάξεων και της αλλαγής συσχετισμών, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η σχέση που έχει οικοδομηθεί με τη Γαλλία τα τελευταία χρόνια είναι ισχυρή, και βεβαίως η Γαλλία έχει αποζημιωθεί επαρκώς, καθώς η Ελλάδα έχει διαθέσει πάνω από 7 δισ. ευρώ σε γαλλικούς εξοπλισμούς, με κορυφαίους τις 4 Belharra και τα 24 Rafale, που πράγματι έδωσαν μια σημαντική ώθηση στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας και αποκαθιστούν, έστω και προσωρινά, μια ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο.
Διότι είναι προφανές ότι, εάν δεν γίνουν και άλλα, σημαντικά βήματα, η Ελλάδα και η ελληνική οικονομία δεν έχουν τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν σε αυτήν την κούρσα εξοπλισμών με την Τουρκία, η οποία, έχοντας επενδύσει εδώ και 20 χρόνια στην ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, όχι μόνο έχει κατορθώσει να εξασφαλίσει σχεδόν αυτάρκεια σε μια σειρά εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά αναδεικνύεται και σε ισχυρή εξαγωγική δύναμη, με σημαία τα drones Bayraktar και άλλες εταιρείες.
Επιπλέον, δεν μπορεί να παραβλεφθεί και η σημαντική εξέλιξη της ναυπηγικής της δυνατότητας, καθώς προγραμματίζεται η παράδοση σχεδόν 30 πλοίων στο Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό τα προσεχή χρόνια, φτιαγμένων στα τουρκικά ναυπηγεία και εξοπλισμένων με τουρκικά όπλα και ραντάρ.
Η Γαλλία είναι μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη, η οποία προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την ιδέα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης, ένα εγχείρημα που, όμως, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα.
Όλα, φυσικά, ξεκίνησαν με την αφύπνιση που προκάλεσε στην Ευρώπη ο Πρόεδρος Τραμπ, με την πρόθεση και διάθεσή του να αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ, εκβιάζοντας έτσι και την αύξηση των αμυντικών δαπανών από τους Ευρωπαίους, ελπίζοντας ότι ένα μέρος αυτών θα καταλήξει στις αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες, αλλά και για να τους υποχρεώσει να ακολουθήσουν, χωρίς «ναι μεν, αλλά», τις στρατηγικές επιλογές που κάνει ο ίδιος, μετατρέποντας την ισότιμη συμμαχία σε μια ομάδα χωρών υπάκουων και υπό τις διαταγές της Ουάσινγκτον.
Οι διαφορετικές προσεγγίσεις έχουν φανεί καιρό πριν σε κρίσιμα ζητήματα. Στην Ουκρανία, ο Πρόεδρος Τραμπ, αν και η Αμερική ήταν αυτή που πυροδότησε τις εντάσεις με τη Ρωσία, αποστασιοποιείται, και μάλιστα υπάρχουν δείγματα ότι θα μπορούσε να τα βρει πολύ εύκολα με τον Πρόεδρο Πούτιν σε μια ανακατανομή των νέων ζωνών επιρροής των μεγάλων δυνάμεων, κάτι που θα έδινε τέλος στον πόλεμο, με σημαντικές απώλειες για την Ουκρανία, αλλά και στην αξιοπιστία της ίδιας της ΕΕ.
Στο Ιράν, ο Πρόεδρος Τραμπ απαίτησε από τους συμμάχους όχι να συναποφασίσουν, αλλά απλώς να συμπαραταχθούν με την επιλογή που ο ίδιος, μαζί με τον Νετανιάχου, έκανε για το ξεκίνημα του πολέμου, που έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο και απειλεί να τινάξει στον αέρα την παγκόσμια οικονομία, με πρώτα μεγάλα θύματα την Ευρώπη και τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, που δεν μπορεί να χτιστεί μέσα σε λίγους μήνες ή σε δύο χρόνια, αντιμετωπίζει προβλήματα που έχουν να κάνουν όχι μόνο με τις οικονομικές δυνατότητες της Ευρώπης και τον κίνδυνο οι νέοι αμυντικοί εξοπλισμοί να στερήσουν σημαντικούς πόρους από την κοινωνική πολιτική αλλά και με τους ανταγωνισμούς μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας και η προσπάθειά της να αναδειχθεί στον κύριο πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας μαζί με τη Γαλλία προκαλεί διευρυμένη καχυποψία, καθώς η Γερμανία ήταν αυτή που, όταν απέκτησε ισχυρή στρατιωτική δύναμη στο παρελθόν, βύθισε την Ευρώπη και τον κόσμο σε δύο παγκόσμιους πολέμους.
Όμως, πέραν όλων αυτών, το μεγάλο πρόβλημα για την Ευρώπη είναι το πολιτικό. Μετά από δύο μεγάλες κρίσεις, τον κορονοϊό και της ενεργειακή κρίση με τον πόλεμο στην Ουκρανία, και με τις πρώτες συνέπειες από τον πόλεμο στο Ιράν να φτάνουν στις τσέπες των πολιτών, στην Ευρώπη κορυφώνεται το κύμα αμφισβήτησης των συστημικών πολιτικών δυνάμεων.
Στη Γαλλία, στις εκλογές του επόμενου χρόνου, είναι πολύ πιθανό να αναδειχθεί νικητής το κόμμα της Λεπέν, ενώ στη Γερμανία, απέναντι στον αδύναμο πολιτικά καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις έρχεται το AfD.
Έτσι, συζητούμε σήμερα για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, όμως, κανείς δεν γνωρίζει αν το πολιτικό περιβάλλον στην Ευρώπη τους επόμενους μήνες θα ευνοεί αυτήν την προσπάθεια ή αν θα αποτελέσει την ταφόπλακα για τη μέχρι τώρα κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας.
Η Ελλάδα, σε αυτό το εξαιρετικά περίπλοκο περιβάλλον, υποδέχεται με ενθουσιασμό τις δεσμεύσεις Μακρόν. Γνωρίζει, όμως, ότι όλα θα εξαρτηθούν από την επόμενη ηγεσία στη Γαλλία.
Εξάλλου, και ο ίδιος ο κ. Μακρόν, που μας υπενθύμισε με χαρά ότι βρέθηκε δίπλα στην Ελλάδα το 2020, με το επεισόδιο του «Oruc Reis», πριν από δύο χρόνια, ενώ στο έργο ήταν εμπλεκόμενη και η γαλλική εταιρεία Nexans, απέφυγε την οποιαδήποτε εμπλοκή ώστε να εγγυηθεί την ασφάλεια του έργου GSI και τον σεβασμό των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων σε οριοθετημένη ΑΟΖ.
Έτσι, οι τωρινές δεσμεύσεις του είναι μικρής πρακτικής σημασίας, καθώς η ερμηνεία του τι μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση κυριαρχίας είναι μια συζήτηση που τελικά μπορεί να βραχυκυκλώσει κάθε γαλλική παρέμβαση στο πλαίσιο της υποχρέωσης που προκύπτει από τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής.
Αν η πόντιση καλωδίου ή οι έρευνες σε μια περιοχή που δεν είναι εντός των 6 ν.μ., αλλά, π.χ., στα 7 ν.μ., δεν θεωρείται ευθεία απειλή έναντι της Ελλάδας, η γαλλική δέσμευση είναι θεωρητική και άνευ περιεχομένου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανανέωση της ελληνογαλλικής στρατηγικής σχέσης δεν είναι θετικό γεγονός, αλλά απλώς θα πρέπει να έχουμε ακριβή και ρεαλιστική εικόνα για το τι ακριβώς σημαίνει.
Η Αθήνα, συγχρόνως, ελπίζει ότι θα μπορέσει να βρει ουσιαστική επαφή με τον Πρόεδρο Τραμπ, που δεν θα περιορίζεται φυσικά στα μισόλογα που είπε ο αμερικανός Πρόεδρος σε μια από τις συγκεχυμένες δηλώσεις του στο Οβάλ Γραφείο.
Ήδη, μετά τη συνέντευξη του ίδιου του πρωθυπουργού σε ένα αμερικανικό Μέσο, φιλικό προς τον Πρόεδρο Τραμπ, άφησε να εννοηθεί ότι επίκειται και επίσκεψη του αμερικανού Προέδρου στην Ελλάδα, κάτι το οποίο επανειλημμένα έχει προαναγγείλει η πρέσβης Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.
Έχει επαναληφθεί πολλές φορές ότι η συμμαχία με τις ΗΠΑ είναι εξαιρετικά σημαντική. Η διαμόρφωση στενών συμμαχικών δεσμών, με την παραχώρηση και διευκολύνσεων στο ελληνικό έδαφος, είναι σημαντική. Όμως, όλα αυτά θα πρέπει να αποκτούν και πραγματικό περιεχόμενο σε ό,τι αφορά την ασφάλεια της ίδιας της χώρας.
Και προς το παρόν δεν είναι εύκολο να διαπιστώσουμε πότε και πώς η Ουάσινγκτον και η διοίκηση Τραμπ ενισχύει ακριβώς την Ελλάδα έναντι της μεγαλύτερης απειλής που αντιμετωπίζει η χώρα, της Τουρκίας.
Σε αναζήτηση και επανεκτίμηση των ισορροπιών στην περιοχή, η Αθήνα βλέπει τη σχέση με το Ισραήλ να είναι αποδοτική μεν σε επίπεδο εξοπλισμών, όμως με μεγάλο πολιτικό κόστος, καθώς όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται στο στόχαστρο της κριτικής για την απόλυτη συμπόρευση (με ορισμένες διαφοροποιήσεις το τελευταίο διάστημα σε σχέση με τον Λίβανο) σε μια πολιτική του Νετανιάχου, που από πολλούς πλέον παράγοντες χαρακτηρίζεται ως πλήρως αντίθετη με το διεθνές δίκαιο.
Συγχρόνως, η στενή σχέση με τους Άραβες δοκιμάζεται. Η Αίγυπτος είναι πλέον στενός και συνεχής συνομιλητής της Άγκυρας, καθώς οι δύο χώρες ταυτίζονται σε μια σειρά περιφερειακών ζητημάτων, ενώ και η Σαουδική Αραβία, την οποία η Ελλάδα στήριξε στις δύσκολες στιγμές με την αποστολή των Patriots, είναι πλέον σε μια στρατηγική σχέση με την Τουρκία.
Όταν τελειώσει αυτός ο πόλεμος στο Ιράν, πολλά από όσα θεωρούνταν δεδομένα στη διεθνή πολιτική θα έχουν ανατραπεί. Και το μόνο βέβαιο που θα διαπιστώσουν όλοι (ελπίζουμε να μην το διαπιστώσει με επώδυνο τρόπο και η Ελλάδα) είναι ότι οι συμμαχίες δεν είναι παντοτινές και ότι οι φιλίες μεταξύ των κρατών δεν είναι πιο ισχυρές από τα συμφέροντά τους.