
Στο στόμα του λύκου, χωρίς όπλα, η Αθήνα
–Εκλιπαρώντας στο ΑΣΣ για διατήρηση των «ήρεμων νερών»
Με την Τουρκία να ενισχύει διαρκώς τη διεθνή της θέση και να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερα ερείσματα στον περίγυρο Τραμπ, η κυβέρνηση ετοιμάζεται για την πραγματοποίηση του ΑΣΣ στην Άγκυρα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα απλώς σύρεται σε μια μακρά προεκλογική περίοδο και σε μια προδιαγεγραμμένη πολιτική αστάθεια. Μια κατάσταση την οποία η Τουρκία έχει σπεύσει να εκμεταλλευθεί στο παρελθόν, όποτε της έχει δοθεί η ευκαιρία.
Και, μάλιστα, με έναν πρωθυπουργό που δεν αντιλαμβάνεται, προφανώς, τι θέλει να πει και, ενώ προσπαθεί, όπως έκανε στην πρόσφατη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, να εξωραΐσει ακόμη και τώρα την Τουρκία, βλέπει «θετικά» όσα είπε ο Χακάν Φιντάν για συζήτηση των χωρικών υδάτων μας… Και πηγαίνει στην Άγκυρα σε μια στιγμή που η Τουρκία είναι πλήρως αναβαθμισμένη, χωρίς να έχει τα κατάλληλα όπλα στη φαρέτρα του, με πιο σημαντικό το ότι η Ελλάδα δεν έχει κάνει καμία κίνηση για την επέκταση των χωρικών της υδάτων, τουλάχιστον στις ηπειρωτικές ακτές του Αιγαίου…
Η Τουρκία, έχοντας εξασφαλίσει την πλήρη ανοχή των Αμερικανών για τη διατήρηση μιας στενής σχέσης με τον ρώσο ηγέτη Βλαντιμίρ Πούτιν και έχοντας κερδίσει τη στήριξη των ΗΠΑ για τη διεκδίκηση ρόλου στη διαπραγματευτική διαδικασία για τη Γάζα, παρά τις έντονες αντιδράσεις του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, τώρα, με τον διαμεσολαβητικό ρόλο στην κρίση στο Ιράν και τις νέες «συμμαχίες» με Σαουδική Αραβία και Αίγυπτο, αναδεικνύεται σε ισχυρό περιφερειακό παράγοντα, μεσολαβητή και ειρηνοποιό, κερδίζοντας ταυτόχρονα πόντους για την τουρκική διπλωματία.
Είναι σαφές ότι η Τουρκία θα είχε να χάσει πολλά και θα αντιμετώπιζε μια μείζονα απειλή ασφάλειας από μια γενικευμένη κρίση στο Ιράν, καθώς θα άφηνε ανεξέλεγκτο τον κουρδικό πληθυσμό στην ιρανική πλευρά των συνόρων, θα επαπειλούνταν ένα μεγάλο προσφυγικό – μεταναστευτικό ρεύμα, ενώ ένας μίνι εμφύλιος και ένα κίνημα πολιτών εναντίον ενός αυταρχικού καθεστώτος στην Τεχεράνη πιθανότατα θα ενέπνεε φυγόκεντρες δυνάμεις και εντός της Τουρκίας, η οποία ήδη υφίσταται έντονη πολιτική καταπίεση από το κυβερνών κόμμα.
Ταυτόχρονα, όμως, μέσω της μεσολάβησης στο Ιράν, η Άγκυρα επιτυγχάνει να κερδίσει σημαντικούς πόντους στην αμερικανική κυβέρνηση, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ, παρά τους λεονταρισμούς του, θα ήθελε να δείξει ότι οι απειλές του έπιασαν τόπο και ότι εξασφάλισε μια συμφωνία με τους μουλάδες της Τεχεράνης. Προφανώς, δεν θα ξεχάσει την εξυπηρέτηση που του προσφέρουν η Άγκυρα και ο Ταγίπ Ερντογάν.
Παράλληλα, ενδυναμώνονται οι δίαυλοι και οι σχέσεις της Άγκυρας με τις χώρες του Κόλπου, οι οποίες καταβάλλουν κάθε προσπάθεια προκειμένου να αποφευχθεί μια καταστροφική για όλους κλιμάκωση της αντιπαράθεσης.
Η μεσολάβηση της Τουρκίας στην Ουκρανία, στον Καύκασο, στη Συρία και, φυσικά, στο Ιράν είναι κάτι που όχι μόνο δεν θα ξεχαστεί, αλλά θα εκτιμηθεί από όλους τους μεγάλους παίκτες της περιοχής και τις ΗΠΑ. Σύντομα, ο Ταγίπ Ερντογάν θα επιχειρήσει να το ανταλλάξει με ακόμη περισσότερα αιτήματα, κυρίως σε ό,τι αφορά τα F-35, αλλά και στο άλλο μείζον ζήτημα στρατηγικής και ζωτικής σημασίας για την Τουρκία: Τη διακοπή της αμερικανικής στήριξης προς τους Κούρδους της Συρίας, που δεν έχει ακόμη ικανοποιηθεί πλήρως.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, και με την Τουρκία και τον Ταγίπ Ερντογάν να εμφανίζονται με ιδιαίτερα ενισχυμένο προφίλ και αυτοπεποίθηση, είναι προφανές ότι η «λεπτομέρεια» των ελληνοτουρκικών δεν απασχολεί ιδιαίτερα την τουρκική ηγεσία. Πολύ περισσότερο αφού έχει εξασφαλίσει ότι η Αθήνα αποδέχεται πλήρως τους όρους που έχει επιβάλει στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική πλευρά και ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα βρεθούν στο τραπέζι, απέναντι στον Ταγίπ Ερντογάν, χωρίς ισχυρό διπλωματικό χαρτί. Έχοντας, μάλιστα, εκ προοιμίου αποκαλύψει και δημοσιοποιήσει τον στόχο της «διατήρησης των ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, δίνει στην Τουρκία την ευκαιρία, σε ένα ανατολίτικο παζάρι, να ζητήσει ακόμη περισσότερα ανταλλάγματα προκειμένου να μη διαταραχθεί το κλίμα. Και αυτά τα ανταλλάγματα δεν είναι άλλα από περαιτέρω παραχωρήσεις έναντι των τουρκικών αξιώσεων.
Πρώτο αρνητικό δείγμα γραφής ήταν το ότι η κυβέρνηση έσπευσε να κόψει την παραμονή στην Ελλάδα σε όσους το καθεστώς Ερντογάν κατηγορεί ως οπαδούς του Γκιουλέν και δήθεν συμμετέχοντες στην απόπειρα πραξικοπήματος του 2016. Η κυβέρνηση τους παραδίδει στο καθεστώς, που καθόλου δεν σέβεται, φυσικά, τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, προδίδοντας κάθε έννοια και αρχή σεβασμού του ασύλου, προκειμένου να αποσπάσει την εύνοια του… Σουλτάνου.
Πολύ σύντομα θα διαπιστωθεί πως η κυβέρνηση υποχωρεί στην τουρκική πίεση και εκβιάζεται με την απειλή διατάραξης των δήθεν ήρεμων νερών.
Το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο, καθώς, εάν μέσα στο επόμενο δίμηνο δεν ολοκληρωθούν οι προσχηματικές διαδικασίες για νέα έκθεση βιωσιμότητας και δεν δοθεί το πράσινο φως για επανέναρξη των ερευνών, το έργο, δυστυχώς, θα έχει την τύχη του EastMed, ακριβώς επειδή η Τουρκία έβαλε και επέβαλε βέτο. Και αυτό τη στιγμή που η Τουρκία ξεκινά έργα για την ηλεκτρική διασύνδεση με το ψευδοκράτος, δημιουργώντας ένα μεγάλο αρνητικό προηγούμενο στο νησί, με την Κυπριακή Δημοκρατία να καθίσταται εξαρτώμενη από την καλή θέληση του κατοχικού καθεστώτος σε μια έκτακτη περίσταση, όσον αφορά το ηλεκτρικό σύστημα.
Επίσης, μένει να φανεί πώς θα συνεχιστεί το έργο της πόντισης καλωδίου οπτικών ινών, καθώς στην προηγούμενη απόπειρα το σκάφος που είχε αναλάβει το έργο δέχθηκε παρενόχληση μέσω ασυρμάτου από τουρκικό πολεμικό στο κέντρο του Αιγαίου.
Τέλος, όλοι αναμένουν από τον πρωθυπουργό να τηρήσει τη δέσμευσή του ότι θα θέσει ευθέως στον Ταγίπ Ερντογάν το ζήτημα άρσης του casus belli. Αυτό, βεβαίως, θα πρέπει να γίνει με τρόπο που να μη συνιστά αποδοχή του τουρκικού εκβιασμού και να μη δείχνει ότι η Ελλάδα δεν έχει προχωρήσει μέχρι σήμερα στην επέκταση των χωρικών της υδάτων από φόβο απέναντι στην τουρκική απειλή. Το πιο πειστικό μήνυμα δεν μπορεί να είναι άλλο από τη σταδιακή υλοποίηση: Πρώτα με το κλείσιμο των κόλπων και τη θέσπιση νέων γραμμών βάσης και στη συνέχεια με την τμηματική και κλιμακωτή επέκταση των χωρικών υδάτων, έστω και σε περιοχές όπου η Τουρκία δεν μπορεί και δεν δικαιούται να εγείρει αντιρρήσεις.
Είναι δεδομένο ότι η ελληνική πλευρά θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει ασφυκτικές πιέσεις τόσο ως προς τη σχέση της με το Ισραήλ όσο και ως προς τη στάση της απέναντι στην αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων και τη συμμετοχή στο Πρόγραμμα «SAFE». Είναι στο χέρι του πρωθυπουργού όχι να κρυφτεί, για να μη δυσαρεστήσει τον Ερντογάν, αλλά να εξηγήσει –ακόμη και δημοσίως, αν προκληθεί– ότι η Ελλάδα τιμά τις συμμαχίες της, διαθέτει τα εργαλεία για να προστατεύσει τα συμφέροντά της και είναι αποφασισμένη να τα χρησιμοποιήσει, ώστε να μη βρεθεί ξανά σε θέση ουσιαστικής απεμπόλησης εθνικής κυριαρχίας, όπως συνέβη πριν από 30 χρόνια στα Ίμια.
Το πλέον σημαντικό, όμως, είναι ότι η κυβέρνηση, από τη στιγμή που αποφάσισε πως το ΑΣΣ πρέπει να πραγματοποιηθεί, έχει την εθνική υποχρέωση να αποδείξει εμπράκτως ότι δεν εμφανίστηκε στην Άγκυρα ως ικέτης, προκειμένου να εξασφαλίσει την υπόσχεση του Ερντογάν για «ήρεμα νερά», με κάθε κόστος και κάθε αντάλλαγμα. Διότι κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με παράδοση.