Στεγαστική κρίση: Γιατί τα έξι νέα μέτρα δεν αρκούν

Στεγαστική κρίση: Γιατί τα έξι νέα μέτρα δεν αρκούν


Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης ΠΟΜΙΔΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου


Η στεγαστική κρίση εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα σοβαρότερα και πιο σύνθετα κοινωνικά προβλήματα στη χώρα. Τα ενοίκια αυξάνονται με ρυθμούς που ξεπερνούν κατά πολύ τα εισοδήματα, η αγορά κατοικίας παραμένει απρόσιτη για τη μεγάλη πλειονότητα των νέων και των χαμηλόμισθων, ενώ χιλιάδες κατοικίες –δημόσιες και ιδιωτικές– παραμένουν κλειστές ή αναξιοποίητες. Παράλληλα, η εκτεταμένη τουριστικοποίηση και η εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης έχουν αυξήσει το επίπεδο τιμών και έχουν περιορίσει τη διαθέσιμη προσφορά κατοικιών σε ολόκληρες γειτονιές, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση παρουσίασε πρόσφατα ένα πακέτο έξι νέων μέτρων για τη στέγη, επιχειρώντας να απαντήσει στην αυξανόμενη κοινωνική πίεση αλλά και να ευθυγραμμιστεί με το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο στεγαστικής πολιτικής. Τα μέτρα στοχεύουν κυρίως στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών και στη στήριξη συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων: Επιδοτούμενες ανακαινίσεις παλιών και κλειστών κατοικιών, αξιοποίηση δημόσιων και δημοτικών κτιρίων, φορολογικά και πολεοδομικά κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση, περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση και επιστροφή ενοικίων σε εργαζόμενους κρίσιμων τομέων εκτός μεγάλων αστικών κέντρων.

Σε επίπεδο σχεδιασμού, τα μέτρα αναγνωρίζουν μια κρίσιμη πραγματικότητα: Το πρόβλημα της στέγης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς αύξηση της προσφοράς και ενίσχυση των εισοδημάτων. Η ανακαίνιση κλειστών ακινήτων και η αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων ή δημόσιων κτιρίων κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, όπως και η προσπάθεια στήριξης εργαζομένων σε περιοχές όπου το κόστος στέγασης λειτουργεί αποτρεπτικά για τη στελέχωση βασικών υπηρεσιών, όπως η υγεία και η εκπαίδευση.

Ωστόσο, η εφαρμογή των μέτρων συνοδεύεται από σοβαρές αβεβαιότητες. Η εμπειρία προηγούμενων προγραμμάτων επιδότησης δείχνει ότι η γραφειοκρατία, τα χαμηλά όρια επιδότησης και οι περιοριστικές προδιαγραφές συχνά μειώνουν την αποτελεσματικότητά τους. Το πραγματικό κόστος μιας πλήρους ανακαίνισης υπερβαίνει σημαντικά τα προβλεπόμενα όρια, γεγονός που καθιστά τα μέτρα προσβάσιμα κυρίως από ιδιοκτήτες με ίδια κεφάλαια.

Παράλληλα, η εισοδηματική ενίσχυση αφορά περιορισμένες επαγγελματικές ομάδες, αφήνοντας εκτός μεγάλο μέρος της κοινωνίας, όπως χαμηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα, νέους, φοιτητές και μονογονεϊκά νοικοκυριά. Τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις μακροχρόνιας μίσθωσης παραμένουν, προς το παρόν, θεωρητικά, σε μια αγορά που λειτουργεί κυρίως με το μοντέλο «χτίζω και πουλώ». Χωρίς ισχυρότερα ολοκληρωμένα και πιο στοχευμένα εργαλεία, δύσκολα θα αλλάξει αυτή η πραγματικότητα.

Συμπερασματικά, τα έξι νέα μέτρα αποτελούν ένα βήμα, αλλά όχι μια ολοκληρωμένη απάντηση στη στεγαστική κρίση. Προσφέρουν πρόσκαιρες ανάσες και κίνητρα, χωρίς να αντιμετωπίζουν δομικά το πρόβλημα. Χωρίς συνεκτική δημόσια πολιτική κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, η στέγη θα συνεχίσει να αποτελεί ένα άπιαστο δικαίωμα για χιλιάδες συμπολίτες μας.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ