Σ. Αρναούτογλου στο “Π”: Το μεγαλύτερο ρίσκο για την Ελλάδα μπορεί να μην είναι πλέον η χρεοκοπία αλλά η στασιμότητα

Σ. Αρναούτογλου στο “Π”: Το μεγαλύτερο ρίσκο για την Ελλάδα μπορεί να μην είναι πλέον η χρεοκοπία αλλά η στασιμότητα

Του
ΣΑΚΗ ΑΡΝΑΟΥΤΟΓΛΟΥ
Ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ


Η Ελλάδα μπορεί να έχει μέλλον; Είναι ένα ερώτημα που ακούγεται συχνά, άλλοτε με ελπίδα και άλλοτε με κόπωση. Η ειλικρινής απάντηση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε μονολεκτική. Ναι, η Ελλάδα μπορεί να έχει μέλλον, όχι όμως από συνήθεια ούτε επειδή «τα πράγματα δεν είναι πια όπως το 2010». Το μέλλον δεν έρχεται μόνο του, χτίζεται ή χάνεται.

Η χώρα σήμερα δεν βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Δεν απειλείται από άμεση οικονομική κατάρρευση, δεν είναι απομονωμένη και δεν αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της Ευρώπης. Διαθέτει θεσμική σταθερότητα, πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς πόρους, γεωπολιτική σημασία και μια οικονομία που, έστω αργά, κινείται. Αυτά είναι σημαντικά, αλλά αποτελούν μόνο τη βάση.

Το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι πέφτει, αλλά ότι μένει στάσιμη. Προχωρά λίγο, σταθεροποιείται και μετά εξαντλείται. Οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, η στέγη απλησίαστη, η παραγωγή περιορισμένη και οι νέοι συνεχίζουν να φεύγουν ή να εγκλωβίζονται σε μια ζωή χωρίς προοπτική. Μια κοινωνία δεν καταρρέει μόνο με κρίσεις, καταρρέει και όταν συνηθίζει στο λίγο.

Το μέλλον της χώρας θα κριθεί σε τρία βασικά πεδία. Πρώτον, στο αν θα περάσει από μια οικονομία επιβίωσης σε μια οικονομία προόδου. Δεν αρκεί να μη χειροτερεύουν τα πράγματα, χρειάζεται παραγωγή αξίας, επενδύσεις με βάθος και στήριξη της αγροδιατροφής, της ενέργειας, της καινοτομίας και του ποιοτικού τουρισμού. Χωρίς αυτά, η ανάπτυξη μένει αριθμός και όχι εμπειρία ζωής.

Δεύτερον, στο αν θα καταφέρει να κρατήσει τους νέους της. Καμιά χώρα δεν έχει μέλλον, όταν ο νέος άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει αυτόνομα, να σχεδιάσει τη ζωή του και να δημιουργήσει οικογένεια, αν το επιθυμεί. Η στέγη και ο αξιοπρεπής μισθός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋποθέσεις κοινωνικής συνέχειας. Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται και ένα πιο σιωπηλό αλλά βαθύ ρήγμα. Ένας αυξανόμενος αριθμός νέων δυσκολεύεται να βρει σταθερή εργασία και ταυτόχρονα να ενταχθεί κοινωνικά και συναισθηματικά. Όχι από επιλογή αλλά επειδή οι συνθήκες γύρω του δεν του επιτρέπουν να αποκτήσει ρόλο και προοπτική. Όταν αυτή η ματαίωση συσσωρεύεται, δεν οδηγεί μόνο σε απόσυρση και μοναξιά. Δημιουργεί θυμό και αναζήτηση απλών απαντήσεων. Εκεί βρίσκουν χώρο πολιτικά σχήματα που υπόσχονται εύκολους ενόχους, απόλυτες βεβαιότητες και μια ψευδαίσθηση αναγνώρισης. Δεν πρόκειται για ιδεολογική στροφή από πεποίθηση, αλλά για κοινωνική αντίδραση σε αίσθηση αδιεξόδου. Η απειλή δεν είναι οι νέοι, αλλά μια κοινωνία που αφήνει μεγάλες ομάδες ανθρώπων χωρίς ρόλο και μετά εκπλήσσεται από τις επιλογές τους.

Τρίτον, το μέλλον θα κριθεί στο αν θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη. Όχι μόνο στους θεσμούς αλλά στην ίδια την ιδέα ότι η προσπάθεια ανταμείβεται. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι όσα δίνουν δεν επιστρέφουν σε αξιοπρέπεια και προοπτική, σταματούν να επενδύουν, να δημιουργούν και να πιστεύουν. Αυτή η σιωπηλή απογοήτευση είναι πιο διαβρωτική από οποιοδήποτε δημοσιονομικό πρόβλημα.

Παρά τις δυσκολίες, η Ελλάδα διαθέτει ένα ισχυρό πλεονέκτημα, τους ανθρώπους της. Μορφωμένους, ευέλικτους και διεθνείς. Όταν τους δίνονται κανόνες, ευκαιρίες και ένα καθαρό πλαίσιο, διακρίνονται. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη δυνατοτήτων αλλά η αδυναμία να μετατραπούν σε συλλογικό αποτέλεσμα.

Η Ελλάδα δεν είναι χαμένη χώρα. Είναι μια χώρα σε σταυροδρόμι. Μπορεί να επιλέξει τη διαχείριση της στασιμότητας ή τη σύγκρουση με τις αιτίες που την κρατούν πίσω. Το μέλλον της δεν θα κριθεί από το αν «τα πάμε λίγο καλύτερα από πριν», αλλά από το αν θα τολμήσει να δώσει πραγματική προοπτική σε όσους σήμερα νιώθουν αόρατοι. Το μεγαλύτερο ρίσκο δεν είναι η αποτυχία, αλλά η συνήθεια στο λίγο. Και αυτό, τελικά, είναι επιλογή.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ