
Πολιτική οικονομία – Του Ν. Γ. Χαριτάκη

Υπό
Ν. Γ. ΧΑΡΙΤΑΚΗ
Πρώην Επίκουρου Καθηγητή Οικονομικών του ΕΚΠΑ
[email protected]
Κρίσεις οικονομικές, κρίσεις πολιτικές, κρίσεις κοινωνικές, κρίσεις τεχνολογικές. Μια παγκόσμια ανισορροπία που αγωνίζεται να ισορροπήσει σε μια αέναη αναταραχή. Εθνικά και ατομικά συμφέροντα, συμμαχίες και εμπλοκές που δεν δικαιολογούνται από την απλή λογική. Δυσκολίες προσαρμογής του απλού πολίτη στις αναταράξεις και στις αλλαγές των ατομικών του σταθερών, ακόμη και για την τιμή της βενζίνης. Η πληροφόρηση, ως να είναι διαφήμιση, σου δημιουργεί απορία για το κατά πόσο είναι ακριβής ή ενέχει στοιχεία σκόπιμης παραπληροφόρησης. Και μαζί με όλα αυτά ηγέτες που ομιλούν, περισσότερο από όσο χρειάζεται, για να σταθεροποιηθούν οι αγορές.
Αυτό είναι, αγαπητοί μου φίλοι, το περιβάλλον που ζούμε σήμερα. Και επειδή πολλοί θα περιμένατε κάποια λογική εκτίμηση, δεν έχω παρά να σας πω ότι η επιστήμη σηκώνει τα χέρια. Είναι εκείνο το σημείο όπου η Πολιτική και η Οικονομία, παράλληλα με όλες τις άλλες κοινωνικές επιστήμες, ακόμη και τη Θεολογία, προσπαθούν να αποδεσμευθούν από την καθημερινότητα και να οδηγηθούν σε μια συνολική λύση ισορροπίας.
Ο θεολόγος θα μας πει ότι «ο Θεός είναι μεγάλος και ξέρει». Ο κοινωνιολόγος θα μας αναφέρει ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν και χρειάζεται να λειτουργήσουμε αποδεχόμενοι επώδυνα τη βιολογική αδυναμία των κοινωνικών συστημάτων. Ο νομικός θα αποδεχτεί αυτήν την αδυναμία των θεσμών αναδεικνύοντας την περιορισμένη ικανότητα των πολιτικών να προσαρμόζουν το θεσμικό πλαίσιο σε κάθε ριζική μεταβολή. Πάντα, βέβαια, εκ των υστέρων και πάντα με την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας να προσαρμόζεται με τεράστια ευελιξία στα νέα δεδομένα. Είναι η στιγμή που σχεδόν για πρώτη φορά η πολιτική επιστήμη θα βρεθεί αντιμέτωπη με την έννοια του «πολιτικού κόστους». Λες και δεν είναι γνωστό σ’ όλους ότι κάθε ανθρώπινη ενέργεια ενέχει και κόστος και όφελος.
Είναι η στιγμή που όλοι ζητούν από τον οικονομολόγο να χειριστεί τις γνώσεις του και να προτείνει τη λύση. Γιατί αυτός και όχι άλλος; Γιατί είναι ο μοναδικός εξ όλων που είχε την ατυχία να διατυπώσει μια μεθοδολογία υπολογισμού του πιθανού κόστους και του πιθανού οφέλους. Γιατί πιθανού; Γιατί –ό,τι κι αν γίνει– για να διορθωθεί το πρόβλημα, αν βέβαια μπορεί να γίνει κάτι, θα είναι για αύριο. Για το μέλλον. Και τότε αναρωτιέται ο οικονομολόγος. Γιατί όλοι οι υπόλοιποι δεν αποτείνονται στον θεολόγο, που έχει, κατά τεκμήριο, και καλύτερη πρόσβαση στον Πανάγαθο «ος τα πάνθ’ ορά»;
Ας εξετάσουμε λοιπόν πώς λειτουργούν οι επιμέρους επιστήμονες, που η επιστήμη τους δεν διαθέτει το προνόμιο να τους επιτρέπει να γνωρίζουν τα πάντα. Ο κοινωνιολόγος θα αναφέρει ότι η κατάσταση δικαιολογείται από το ότι υπάρχουν ιμπεριαλιστικές κοινωνίες, ότι τα αυταρχικά κράτη έχουν σοβαρό πρόβλημα θεσμών, ότι δεν μπορούμε, όμως, όσοι διαφωνούμε με αυτά να παρεμβαίνουμε, ότι υπάρχουν διεθνείς θεσμοί και οργανισμοί που δεν εξυπηρετούν το έργο τους και πολλά άλλα, χωρίς, όμως, και να μπορεί, εκτός από κριτική, να προτείνει με σαφήνεια μία συγκεκριμένη ενέργεια.
Ο νομικός είναι στην καλύτερη θέση. Όπως ο Αρχιμήδης, θα μας πει «δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω». Διαφορετικά, νομική λύση υπάρχει για όλα, αρκεί να μη μας απασχολεί τι θα γίνει την επομένη.
Εκεί που αρχίζουν τα δύσκολα είναι στον πολιτικό επιστήμονα. Σ’ εκείνον που κατά το παρελθόν έχει εκτεθεί στην ποιοτική αξιολόγηση συγκριτικά αντίστοιχων καταστάσεων. Τι θέση έχουν πάρει για την Ουκρανία σε σχέση με το Ιράν; Πώς τοποθετούνται στο θέμα της ουδετερότητας σε σχέση με την κοινή αμυντική θωράκιση των μελών της Ευρωζώνης; Μπορεί η Δύση να έχει συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια στην αμυντική της θωράκιση, και, αν ναι, πού προσδιορίζονται αυτά σε σχέση με συμμαχικές χώρες; Αν πολιτικά διαφωνούσαμε για τις στρατηγικές δαπάνες στον δημόσιο προϋπολογισμό και τώρα είμαστε υπέρ, είναι σκόπιμο να αναγνωρίσουμε δημόσια τη νέα μας θέση ή είναι καλύτερα να σιωπήσουμε; Πόσο πιο υπεύθυνη γίνεται η επιστήμη μας, όταν η θέση της προσδιορίζεται με βάση την ποιοτική και όχι την ποσοτική αξιολόγηση των απόψεών της; Κρείττον του λαλείν το σιγάν.
Τελευταία και πιο επώδυνη είναι η θέση του οικονομολόγου. Γνωρίζει κατ’ αρχήν την περίφημη φράση του Niels Bohr (Νόμπελ Φυσικής, πατέρας της κβαντομηχανικής): «Η πρόβλεψη είναι πολύ δύσκολη ενέργεια, ιδιαίτερα μάλιστα αν αφορά το μέλλον». Με άλλα λόγια, μη στηρίζεσαι εύκολα στο χθες για να βγάλεις συμπεράσματα για το άμεσο μέλλον. Δεκαετίες τώρα οι οικονομολόγοι έχουν μάθει καλά το μάθημά τους. Ιδιαίτερα, μάλιστα, σε περιόδους κρίσης και διεθνών ανωμαλιών γνωρίζουν ότι είναι παρακινδυνευμένο να προτείνουν λύσεις έξω από τη λογική. Και μάλιστα από την αυστηρή πλευρά της.
Οι προτάσεις των οικονομολόγων σε κρίσεις –ιδιαίτερα μάλιστα σε αυτές που έχουν πολιτικό χαρακτήρα– είναι απλές. Τα μέτρα προσδιορίζονται από τα οικονομικά όρια του φορέα λήψης αποφάσεων (π.χ. κυβέρνηση), και μάλιστα περιορίζοντάς τα κατά τι. Γνωρίζουν ότι δεν γνωρίζουν με σχετική ακρίβεια την έκταση και τη χρονική διάρκεια της κρίσης. Έτσι, όπως προέκυψε και από άλλες αντίστοιχες καταστάσεις, η καλύτερη συμπεριφορά σε ατομικό και σε κοινωνικό επίπεδο είναι η επιλογή μιας συντηρητικής πρότασης, σύμφωνα πάντα με την στενότερα συγγενή πολιτική τους θέση. Θεωρούν ότι είναι λάθος να πατάς σε δύο βάρκες, όπως είναι και λάθος να κερδοσκοπείς με εφήμερες επιλογές. Η οικονομική λογική απαιτεί στόχευση στη στήριξη των ασθενέστερων μελών, χωρίς ουσιαστική στρέβλωση των ήδη γνωστών σταθερών. Δεν είναι τυχαίο ότι η οικονομική επιστήμη είναι η μόνη που έχει υποχρεωθεί να λειτουργεί με θετικά και αρνητικά σενάρια. Όπως και στη βιολογία, έτσι και τώρα το κόστος ή, διαφορετικά, την απώλεια του λίπους θα την πληρώσουν εκείνοι που τους περισσεύει. Η σημαντικότερη όμως ενέργεια που απαιτείται από οικονομική άποψη είναι αυτή που θέλει ο ισχυρότερος φορέας λήψης αποφάσεων, η κυβέρνηση, να γίνει προορατική, αναδεικνύοντας έγκαιρα με πράξεις τις θέσεις της.
Στις κρίσεις προέχουν η σταθερότητα των απόψεων και των επιλογών, η σοβαρότητα και η υπομονή, η προστασία των πραγματικά αδύναμων και η εγρήγορση. Εκείνο, όμως, που είναι σίγουρο είναι ότι στην κρίση προέχει η πίστη στην αυστηρή προσωπική λογική. Δυστυχώς, χωρίς συναίσθημα.