
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία και την αγορά ακινήτων
Η σύρραξη στη Μέση Ανατολή, με την εμπλοκή ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, επηρεάζει ήδη το διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Αν και η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των στρατιωτικών εξελίξεων, οι οικονομικές συνέπειες μεταφέρονται μέσω της ενέργειας, του κόστους λειτουργίας της οικονομίας και την αβεβαιότητα των διεθνών επενδυτικών ροών και της κάθε οικονομίας –και της ελληνικής– που εξαρτάται σημαντικά από τη διεθνή ζήτηση, τις εισαγωγές και την παραγωγή. Η αγορά ακινήτων συγκαταλέγεται στους τομείς που επηρεάζονται έμμεσα και άμεσα.
Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης ΠΟΜΙΔΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Η διάρκεια της κρίσης και η συμμετοχή της Ελλάδας
Καθοριστικό ρόλο παίζει η διάρκεια μιας σύγκρουσης και το βάθος συμμετοχής της Ελλάδας. Σε ένα σύντομο επεισόδιο έντασης, η αβεβαιότητα στις αγορές οδηγεί συχνά επενδυτές σε αναζήτηση ασφαλών προορισμών εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα, λόγω πολιτικής σταθερότητας και γεωγραφικής θέσης, μπορεί να προσελκύσει κεφάλαια και αγοραστές που αναζητούν επενδυτική ασφάλεια ή δεύτερη κατοικία. Σε μια παρατεταμένη κρίση, όμως, και με συμμετοχή της χώρας, οι επιπτώσεις γίνονται βαθύτερες. Ο πληθωρισμός αυξάνεται, τα επιτόκια παραμένουν υψηλά και η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνεται. Σε αυτό το περιβάλλον, η κρίσιμη ξένη αλλά και η περιορισμένη εγχώρια ζήτηση για ακίνητα πιέζεται, καθώς το κόστος δανεισμού και το συνολικό κόστος διαβίωσης και λειτουργίας υποδομών αυξάνονται.
Η ενέργεια και το κόστος λειτουργίας των ακινήτων
Η βασική οδός μέσω της οποίας μια σύρραξη στη Μέση Ανατολή επηρεάζει την ελληνική οικονομία είναι η ενέργεια. Περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου περνά από τα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που καθιστά την περιοχή κρίσιμη για τη διεθνή αγορά ενέργειας. Για την Ελλάδα, πιθανή αύξηση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου σημαίνει υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και λειτουργίας επιχειρήσεων. Οι επιπτώσεις αυτές μεταφέρονται και στα ακίνητα. Σήμερα, τα έξοδα ηλεκτρισμού, θέρμανσης και κλιματισμού μπορούν να αντιστοιχούν στο 25% – 35% των συνολικών εξόδων διαβίωσης μιας κατοικίας. Μια αύξηση τιμών της ενέργειας κατά 30% θα αύξανε αισθητά το λειτουργικό κόστος ενός ακινήτου, επηρεάζοντας ιδιοκτήτες, ενοικιαστές και αποδόσεις.
Πώς επηρεάζεται η ξένη ζήτηση
Η ελληνική αγορά ακινήτων εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τη διεθνή ζήτηση. Τα τελευταία χρόνια, περίπου το 40% – 50% των συναλλαγών κατοικιών στο κέντρο της Αθήνας συνδέεται με ξένους αγοραστές, ενώ σε αρκετές τουριστικές περιοχές το ποσοστό ξεπερνά το 60%. Παράλληλα, οι ξένες άμεσες επενδύσεις σε ακίνητα ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ ετησίως, αποτελώντας βασικό παράγοντα ανόδου των τιμών. Σε τμήματα της αγοράς πολυτελών κατοικιών, οι διεθνείς αγοραστές αντιπροσωπεύουν ακόμη και το 70% – 80% της ζήτησης. Σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης, το ενδιαφέρον αυτό μπορεί να αποδυναμωθεί η να ενισχυθεί, καθώς οι επενδυτές είτε αναβάλλουν αποφάσεις είτε, εναλλακτικά, αναζητούν ακίνητα σε ασφαλείς ευρωπαϊκές χώρες. Είναι μια εξέλιξη που δεν μπορεί να προβλέψει κανείς εύκολα.
Κόστος κατασκευής και προσφορά
Η άνοδος των ενεργειακών τιμών επηρεάζει και τον κατασκευαστικό κλάδο. Υλικά όπως χάλυβας, αλουμίνιο και τσιμέντο εξαρτώνται από την ενέργεια και το κόστος μεταφοράς. Σε περιβάλλον παρατεταμένης κρίσης, το κόστος κατασκευής μπορεί να αυξηθεί κατά 15% – 30%. Η αύξηση αυτή περιορίζει τη δημιουργία νέων κατοικιών και μειώνει την προσφορά. Ακόμη και αν η εγχώρια ζήτηση επιβραδυνθεί, η περιορισμένη προσφορά συμβάλλει στη διατήρηση των τιμών.
Συμπέρασμα
Η ένταση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει την ελληνική οικονομία κυρίως μέσω της ενέργειας, του κόστους λειτουργίας και των διεθνών κεφαλαιακών ροών. Η αγορά ακινήτων βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων, καθώς επηρεάζεται τόσο από το αυξημένο κόστος κατασκευής και λειτουργίας όσο και από τη ζήτηση των ξένων επενδυτών. Εφόσον η Ελλάδα παραμείνει εκτός άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής, η χώρα θα συνεχίσει να λειτουργεί ως σχετικά ασφαλής επενδυτικός προορισμός, γεγονός που μπορεί να συγκρατήσει τη ζήτηση για ακίνητα, αλλά αναμφίβολα θα αυξηθεί το κόστος λειτουργίας των ακινήτων και η αβεβαιότητα στην αγορά ακινήτων, στην οικονομία και στην κοινωνία.