
Ο Σαμαράς ανάχωμα σε (βολική) συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ
Τα ευρήματα όλων των δημοσκοπήσεων που είδαν το φως της δημοσιότητας μετά την ίδρυση του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, που ακολούθησε εκείνο της Μαρίας Καρυστιανού, ακόμη και των δημοσκοπήσεων-αγιογραφιών του Κυριάκου Μητστοτάκη, επιβεβαιώνουν την παγίωση μιας δεδομένης πραγματικότητας για το πολιτικό σκηνικό.
Η Νέα Δημοκρατία, ως πρώτο κόμμα, κινείται στην πραγματικότητα της πρόθεσης ψήφου –και όχι της… ονείρωξης της λεγόμενης «εκτίμησης ψήφου»– κάτω από το 25%, ο Αλέξης Τσίπρας είναι δεύτερο κόμμα, με αυξητική τάση και μειώνοντας την απόστασή του από την κυβερνητική παράταξη, το ΠΑΣΟΚ δίνει μάχη για την τρίτη θέση και η Μαρία Καρυστιανού προσελκύει στην κάλπη αντισυστημικούς ψηφοφόρους, μειώνοντας αναπόφευκτα περαιτέρω τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας καθώς αυξάνεται η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία.
Με την παγίωση ενός τέτοιου πολιτικού σκηνικού, η επόμενη μέρα των εκλογών θα λειτουργήσει ως πρόκληση για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, μέσω της οποίας θα επιδιωχθεί η διατήρηση της σταθερότητας, με τις αυτοδυναμίες να αποτελούν μακρινή ανάμνηση για τον τόπο, μετά την επταετή διακυβέρνηση Μητσοτάκη, που δείχνει να ωθεί εκ νέου την ελληνική κοινωνία σε ψήφο διαμαρτυρίας και τιμωρίας του συστήματος και αναζήτησης συνθέσεων.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ανάγκη να αποφευχθούν διαδοχικές κάλπες, που δεν θα οδηγήσουν… πουθενά, θα ξαναφέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τη Νέα Δημοκρατία με το ΠΑΣΟΚ, όπως την περίοδο 2012 – 2015. Με επικεφαλής μιας τέτοιας κυβέρνησης συνεργασίας κάποιο τρίτο πρόσωπο και όχι τον Κυριάκο Μητσοτάκη, την παράταση της παραμονής του οποίου στο Μέγαρο Μαξίμου δεν φαίνεται να νομιμοποιεί καμία άλλη πολιτική δύναμη, αλλά και καμία από τις επιμέρους… φυλές του ΠΑΣΟΚ.
Μια τέτοια, συνεργατική κυβερνητική πλειοψηφία θα έχει αναπόφευκτα λιγότερο… ευοίωνο πολιτικό ορίζοντα, ενώ απέναντί της θα βρει, σε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης, τον Αλέξη Τσίπρα. Ο οποίος αναπόφευκτα θα δυναμώνει περισσότερο, θα εισπράττει περισσότερο από τη φθορά της λόγω της άσκησης της εξουσίας και θα βρεθεί σε καλύτερη αφετηρία για την ανατροπή μιας τέτοιας κυβέρνησης και τη δική του επιστροφή στο Μέγαρο Μαξίμου, μετά από μία διετία ή τριετία.
Ανάχωμα στα σενάρια αυτά, μιας… βολικής για το παγιωμένο σύστημα συγκυβέρνησης ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, έστω και χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία, τοποθετείται αναπόφευκτα ο Αντώνης Σαμαράς. Με την ίδρυση του δικού του κόμματος, ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας θα στερήσει αναπόφευκτα από τη σημερινή εκδοχή της παράταξης της οποίας ο ίδιος ηγήθηκε στο παρελθόν επαρκή αριθμό παραδοσιακών ψηφοφόρων της, ώστε να επιταχύνει το τέλος εποχής για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Με ένα κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά να βρίσκεται στην επόμενη Βουλή με επαρκή αριθμό βουλευτών, δεν θα είναι τόσο εύκολο να πουληθεί στην κοινωνική βάση της Νέας Δημοκρατίας μια νέα συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ, αντί για μια κυβερνητική συνεργασία με τον μεσσήνιο πολιτικό. Σε μια τέτοια περίπτωση, βέβαια, είναι αυτονόητο και δεδομένο ότι ο Αντώνης Σαμαράς δεν θα δεχόταν τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου, αλλά ούτε και κάποιον εντολοδόχο του σημερινού πρωθυπουργού, τον οποίο ο ίδιος βοήθησε καθοριστικά να εκλεγεί πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας στην εσωκομματική αναμέτρηση του Ιανουαρίου του 2016, απέναντι στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη.
Ένα κόμμα Σαμαρά, λοιπόν, περιπλέκει τα πράγματα και… χαλάει τα σχετικά σενάρια του συστήματος για… συνέχιση της τρέχουσας πολιτικής κυριαρχίας, χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου και την πρωθυπουργία, αλλά μέσω μιας κυβέρνησης συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας με το ΠΑΣΟΚ, τραυματισμένο εκλογικά και κοινωνικά συρρικνωμένο, που θα είχε περισσότερο… βολικά χαρακτηριστικά για όλους.
Ο παράγοντας Σαμαράς είναι απρόβλεπτος και, αναπόφευκτα, διαμορφώνει συνθήκες περαιτέρω και περισσότερο βαθιάς ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να κλείνει τον κύκλο του στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, ενώ μαζί του θα αποχωρήσουν και οι ακροκεντρώοι, προερχόμενοι κυρίως από το σημιτικό ΠΑΣΟΚ, που βρήκαν στέγη στη γαλάζια παράταξη επί της δικής του ηγεμονίας.