Ν. Κογιουμτσής στο “Π”: Η στρατηγική επιβίωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων: Μια χαμένη ευκαιρία για την κυβέρνηση

Ν. Κογιουμτσής στο “Π”: Η στρατηγική επιβίωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων: Μια χαμένη ευκαιρία για την κυβέρνηση

Του
ΝΙΚΟΥ ΚΟΓΙΟΥΜΤΣΗ
Αντιπροέδρου Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών,
Αντιπροέδρου Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών


Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Αντιπροσωπεύουν το 97% του συνόλου των επιχειρήσεων και απασχολούν σχεδόν το 80% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Παρά τον κρίσιμο αυτόν ρόλο, η κυβέρνηση απέτυχε να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό περιβάλλον σταθερότητας και βιωσιμότητας για τη λειτουργία και την ανάπτυξη των ΜμΕ.

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός αναγέννησης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, αξιοποιήθηκε μονομερώς υπέρ των μεγάλων και πολύ μεγάλων επιχειρήσεων. Οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες έμειναν στο περιθώριο, αδυνατώντας να έχουν πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις, εργαλεία και πόρους. Έτσι, χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία για την ενίσχυση της πραγματικής παραγωγικής βάσης της χώρας.

Η πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό παραμένει όνειρο απατηλό για τις περισσότερες μικρές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το 2025 το επιτόκιο δανεισμού για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις έφτασε το 5,2%, ενώ για τις μεγάλες ήταν μόλις 4,5%. Ταυτόχρονα, το 90% των μικρών επιχειρήσεων δεν κατάφερε να εξασφαλίσει δανεισμό από τις συστημικές τράπεζες, καθώς οι τελευταίες επιδιώκουν χρηματοδοτήσεις μηδενικού ρίσκου. Την ίδια στιγμή, οι τραπεζικές προμήθειες επιβαρύνουν τον μέσο επιχειρηματία με πάνω από 2.500 ευρώ ετησίως.

Οι δυσκολίες δεν σταματούν εδώ. Η ενεργειακή κρίση, σε συνδυασμό με την απουσία μέτρων στήριξης των ενεργοβόρων ΜμΕ, επιδείνωσε το ήδη πιεσμένο κόστος λειτουργίας. Οι τιμές χονδρικής της ενέργειας στην Ελλάδα παραμένουν πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, πλήττοντας καίρια την ανταγωνιστικότητα. Η κυβέρνηση αδυνατεί να προχωρήσει στη δημιουργία ειδικών τιμολογίων που θα ανακουφίσουν τις μικρές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και της τοπικής παραγωγής.

Παράλληλα, η υψηλή φορολόγηση –κυρίως μέσω των έμμεσων φόρων, όπως ο ΦΠΑ και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης– και η φορολόγηση βάσει τεκμαρτού εισοδήματος πλήττουν τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων. Αν προστεθούν και οι οφειλές του Δημοσίου, που ξεπερνούν τα 3,6 δισ. ευρώ, γίνεται φανερό ότι το κράτος λειτουργεί συχνά ως τροχοπέδη, αντί ως αρωγός της επιχειρηματικότητας.

Ένα ακόμα σοβαρό πρόβλημα είναι ο αθέμιτος ανταγωνισμός που δημιουργείται από τις ασιατικές ηλεκτρονικές πλατφόρμες, οι οποίες επωφελούνται από το ευρωπαϊκό καθεστώς φοροαπαλλαγής για δέματα κάτω των 150 ευρώ. Η κατάργηση του συγκεκριμένου ορίου και η επιβολή διαχειριστικού τέλους αποτελούν άμεσα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την προστασία της εγχώριας αγοράς.

Ταυτόχρονα, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού αποτελεί τροχοπέδη για τις ΜμΕ, παρά το ότι η ανεργία στους νέους υπερβαίνει το 28%. Η απουσία επενδύσεων στην κατάρτιση, ειδικά σε νέες τεχνολογίες και ψηφιακές δεξιότητες, αποδυναμώνει την παραγωγικότητα και την προσαρμοστικότητα των μικρών επιχειρήσεων στις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς.

Η πολιτική της κυβέρνησης, βασισμένη σε επιδόματα και εφήμερες παροχές, δεν προσφέρει ουσιαστικές λύσεις. Χρειάζεται ένα νέο όραμα: Επένδυση στην καινοτομία, στη βιωσιμότητα και στην εξωστρέφεια. Πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των επιμελητηρίων, να υπάρξει ουσιαστική στήριξη των οργανισμών, όπως το Enterprise Greece, και να επιταχυνθεί η σύνδεση των επιχειρήσεων με την εκπαίδευση και τα πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Εμείς προτείνουμε μια νέα αναπτυξιακή πολιτική για τις ΜμΕ, με τη δημιουργία ταμείου χρηματοδότησης ειδικού σκοπού για ΜμΕ, δίκαιη φορολογία, πρόσβαση στη ρευστότητα, ισότιμη μεταχείριση μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων και ουσιαστική στήριξη της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει με μια οικονομία που ευνοεί μόνο τους λίγους. Η ενίσχυση των ΜμΕ είναι προϋπόθεση για μια δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη για όλους.


ΤΟ ΠΑΡΟΝ